Φρέσκα

ΤΟ ΦΛΕΡΤ ΜΕ ΤΟΝ ΠΑΤΕΡΑ ΣΟΥ

του Γιώργου Ρούβαλη
 
Καλώς ήρθες, παιδί μου, πολύ χαίρομαι που σε βλέπω. Μένεις τώρα στο Ναύπλιο ή εδώ στην Αθήνα; Θέλεις να μάθεις για το παρελθόν; Παλιές φωτογραφίες; Μα πού τα θυμήθηκες τώρα αυτά… Έχουν περάσει εξήντα χρόνια από τότε. Ήμασταν νέοι και ο πατέρας σου και εγώ. Δεκατεσσάρων-δεκαπέντε, εκεί γύρω. Μου φαίνεται ότι εκείνος ήταν δύο τρία χρόνια μεγαλύτερος. Θέλεις να μάθεις πώς ήταν; Ήταν πολύ όμορφος, με πράσινα μάτια, ψηλός, ευφραδής, από πολύ καλή και σεβαστή οικογένεια. Γιος δικηγόρου. Τώρα, βέβαια μετά από τόσο καιρό μπορώ να το εκμυστηρευτώ, αν και το κράτησα μέσα μου δεκαετίες ολόκληρες, ο πατέρας σου ήταν το πρώτο μου φλερτ. Πολύ ρομαντικά όλα, είχα κάνει πολλά όνειρα για αυτόν, για μας, για τους δυο μας. Τελικά τίποτα δεν έγινε, χωρίσαμε, απομακρυνθήκαμε. Τώρα πλέον, ειδικά εσένα, μπορώ να σου πω το πώς και το γιατί. Σε εξορκίζω όμως να μην επαναλάβεις τίποτα από αυτά σε κανέναν από το Ναύπλιο. Ντρέπομαι πολύ, ακόμη και σήμερα. Αλλά εσύ, σαν να του μοιάζεις κάπως και αυτά που μου είπες με ξανάφεραν σε κείνα τα ευτυχισμένα χρόνια της νιότης μας.  
article-2415376-1ba3192e000005dc-782_964x833
Είμαστε τρία κορίτσια και ένα αγόρι. Ο μπαμπάς πολύ καλός άνθρωπος, έμπορος εδωδίμων και αποικιακών, όλοι στο Ναύπλιο τον ήξεραν και τον εκτιμούσαν. Η μόνη του παραξενιά, ήταν ότι ήθελε να είμαστε όλοι, δωδεκάμισι ακριβώς στο τραπέζι με τα χέρια μας φρεσκοπλυμένα και ντυμένοι ευπρεπώς. Η μαμά μας, πολύ αυστηρή, αλλά μας αγαπούσε, έφερνε απ' την Αθήνα ένα σωρό πράγματα και ρούχα για όλους μας. Ο αδελφός μου, μοναχογιός, πολύ χαϊδεμένος. Ένα καλοκαίρι είχε βάλει κάτω μια ολόκληρη πιατέλα με κεράσια που είχε φέρει ο μπαμπάς, και τα καθάρισε όλα, δεν άφησε ούτε ένα για δείγμα για το μεσημέρι. Αλλά εμείς δεν σκεφτόμασταν καν να διαμαρτυρηθούμε, τόσο τον αγαπούσαμε και τον προσέχαμε. Είχαμε και δυο υπηρέτριες και ο μπαμπάς έναν βοηθό, ψυχογιό, στο μαγαζί.


Μέναμε σε ένα μεγάλο ωραίο σπίτι στη συνοικία του Γιαλού, μπροστά στη θάλασσα, στο λιμάνι, όπου ήταν πολλά σπίτια εμπόρων, γιατρών, δικηγορών, αλλά και καφενεία και ταβέρνες για τους ναυτικούς. Ανοίγαμε τα παράθυρά μας και αντικρίζαμε το γαλανό αργολικό κόλπο, αριστερά το Μπούρτζι, το θαλασσόπυργο, και στο βάθος ο κάμπος του Άργους και η Λάρισα, η ακρόπολη να υψώνεται στον ορίζοντα. Κάτω απ τα παράθυρά μας πλοία μικρά και μεγάλα, βάρκες με πανιά, λάντσες, μαούνες και ένα πλήθος εργαζομένων που μυρμήγκιαζε στις αποβάθρες.
Πήγαινα στο Γυμνάσιο που βρισκόταν πολύ κοντά στο σπίτι μας, ήμουν τότε δεκατεσσάρων χρονών. Κάναμε βόλτες στο πάρκο του Κολοκοτρώνη, τρώγαμε παγωτά στο περίπτερο του Μανιταρά και ακούγαμε το ραδιόφωνο που είχε εγκαταστήσει εκεί, αρχές του 30’. Ραδιόφωνο ακόμη στην Ελλάδα δεν είχαμε και έτσι ακούγαμε την αναμετάδοση της Ιταλίας από το Μπάρι, κυρίως τα βράδια, που είχε καλύτερη λήψη. Λόγοι του Μουσολίνι, όπερες από το Θέατρο Πετρουτσέλλι, καντσονέτες. Όταν το είχαν πρωτοεγκαταστήσει, το μισό Ναύπλιο είχε περάσει πίσω απ το μεγάφωνο, να δει που βρισκόταν το κεφάλι που μίλαγε! Το πάρκο, με τα δέντρα, τα υπέροχα παρτέρια, τα πολύχρωμα λουλούδια του, ήταν το πεδίο δράσης μας. Κατόπιν, ιδίως το καλοκαίρι, κατεβαίναμε για βόλτα στη παραλία, περπατητά μέχρι το Φανάρι κι ύστερα αναψυκτικό στα καφενεία, του Κατσίγιαννη και του Κουτσομύτη. Εκεί ερχόταν ο Τάκης, ο πατέρας σου και καθόταν στο διπλανό τραπεζάκι με τον φίλο του, τον Πέτρο τον Παπούλια.
Το χειμώνα βόλτες ατέλειωτες στο Μεγάλο Δρόμο, αφού είχαμε φάει λουκουμάδες στου Σέρβου του Μπουνταλέσκι.
Θυμάμαι κάτι αξέχαστα νεανικά πάρτι στο σπίτι του Καρώνη, του ποτοποιού. Είχε χάσει τη γυναίκα του και μεγάλωνε μόνος του τρεις γιους. Ήταν ένας ανοιχτόκαρδος χοντρός κύριος με μουστάκες . «Καλώς ήρθατε παιδιά μου!» μας έλεγε στο κεφαλόσκαλο μόλις είχαμε ανέβει τα σκαλιά του σπιτιού. Όλη η καλή νεολαία του Ναυπλίου, παρούσα. Ούζα και ποτά, πίπερμαν, λικέρ, περγαμόντο, της επιχείρησης. Χορεύαμε φοξ, ταγκό, βαλς, ιδιαίτερα θυμάμαι τα παραγγέλματα : «Changez deux, trois Dames».
Βόλτα, βόλτα, όλο μπροστά μου έβρισκα τον Τάκη και τον Πέτρο. Μου άρεσε. Αλλά όλα γινόντουσαν στο φως. Ποτέ δεν πήγαμε κάπου σκοτεινά, αδύνατον. Ποτέ δεν ανταλλάξαμε ένα φιλί έξω. Τα βράδια τον ονειρευόμουν. Οι αδελφές μου το ήξεραν αλλά τις είχα ορκίσει να μη πουν ούτε λέξη στη μαμά, γιατί την ήξερα. Το φλερτ προχωρούσε αλλά αργά αργά, όπως ήταν τότε το συνήθειο, με βήμα σημειωτόν.

Και τότε έσκασε η βόμβα. Μια καταστροφή: ένα ανώνυμο γράμμα στο μπαμπά:
«Κύριε K.,
Η κόρη σας παριστάνει την οσία στο πάρκο, αλλά οργιάζει με τον Τάκη Π. στη παραλία
».

Ήθελα να ανοίξει η γη να με καταπιεί απ τη ντροπή μου. Γιατί ήταν και ψέματα: τίποτα το επιλήψιμο δεν είχα κάνει η καψερή με εκείνο το παιδί. Ποιος μπορούσε να είναι ο μοχθηρός που το είχε γράψει; Κανένα άλλο παιδί που δεν του ‘δινα σημασία; Το γεγονός είναι ότι από κει και πέρα η μαμά εξελίχθηκε σε Κέρβερο. Παρόλο που της ορκίστηκα ότι τίποτα δεν υπήρχε, δεν με πίστεψε και δεν μ΄ άφηνε πλέον να βγω έξω. Την Πέμπτη, ας πούμε, ήτανε «jour fixe» σινεμά στο Τριανόν, στην πλατεία Συντάγματος για κυρίες και παιδιά. Όλες οι φίλες μου πήγαιναν, εκτός από μένα.
Εκείνα τα χρόνια, αρχές της δεκαετίας του 30, ο Πανόπουλος, ο επιχειρηματίας, είχε αρχίσει να φέρνει ομιλούσες ταινίες. Σκέψου τη συγκίνησή μας. Ιδιαίτερα θυμάμαι την πρώτη-πρώτη, γιατί την είδα αργότερα στην Αθήνα, μια υπερπαραγωγή της Γερμανικής Ufa, ένα δράμα εποχής, με τίτλο Το Ερωτικόν Βαλς. Όλοι οι άλλοι στο σινεμά και εγώ τιμωρημένη στο σπίτι.
Ο Τάκης θορυβήθηκε: «H μαμά σου με στραβοκοιτάζει, γιατί;». Ποτέ δεν του είπα για εκείνο το ανώνυμο γράμμα. Στις γυμναστικές επιδείξεις που κάναμε τότε στο τέλος της σχολικής χρονιάς, ο Τάκης ήταν σημαιοφόρος, διότι ήταν ο καλύτερος μαθητής. Δεν το χρωστούσε δηλαδή στο ότι είχε πατέρα δικηγόρο αλλά ήταν και ο ίδιος μελετηρός και επιμελής. Αφού ξέραμε λοιπόν ποιος θα είναι ο σημαιοφόρος, μια μέρα πριν τις επιδείξεις η γυμνάστρια με πλησιάζει εμένα και την Μαρία τη Σπαντιδάκη, και μας λέει «Εσύ και εσύ, παραστάτριες!». Έτσι, έχουμε και τη φωτογραφία, αυτή που βλέπεις εδώ: ο πατέρας σου με τη σημαία, το φανελάκι και το μαύρο σορτς και η Μαρία και εγώ παραστάτριες στην αυλή του σχολείου. Θα στη δανείσω αλλά θα μου υποσχεθείς ότι θα μου την επιστρέψεις.
Ο Τάκης είχε πέντε αδελφές να παντρέψει και ο ίδιος δεν είχε ακόμη τελειώσει τις σπουδές του. Έτσι δεν έγινε τίποτε με μας, αποχωριστήκαμε, εγώ έκλαιγα με μαύρο δάκρυ. Εκείνος δεν μπορούσε να το χωνέψει, επέμενε πάλι και πάλι να με ξαναδεί, αλλά ήταν μάταιο, δεν ωφελούσε, όλα και όλοι συνωμοτούσαν εναντίον μας…
Με σπαραγμό καρδιάς έπαψα να τον βλέπω. Η μητέρα μου νόμιζε ότι αν δεν παντρευτώ ως τα είκοσι, θα μείνω στο ράφι, έτσι μου έκαναν ένα συνοικέσιο με έναν πλούσιο έμπορο στην Αθήνα. Όλα αυτά, πριν την Κατοχή, στα 18 μου.
Αυτός που με προξένευαν ήταν μεγαλύτερός μου. Είπα το ναι, πήγα στην Αθήνα, πρώτα στη Πλάκα, οδός Αδριανού, μετά στο Κολωνάκι σε ένα σπίτι με πολύ υγρασία, κατόπιν μετακομίσαμε στη πλατεία Μαβίλη κι ύστερα και τελικά, εδώ που βρισκόμαστε στη Βασιλίσσης Σοφίας, που τότε εθεωρείτο, «πολύ μακριά». Το μαγαζί βρισκόταν Αιόλου 265, κασμήρια. Θυμάμαι ότι έπαιρναν και δημοπρασίες όπως μια με χίλιες στολές για Τραμβαγέρηδες οι οποίες δεν ήτανε καλά ραμμένες και άνοιξαν όταν τις φόρεσαν και μπορέσαμε και γλιτώσαμε μόνος τις μισές…
Ο άντρας μου ήταν πολύ καλός άνθρωπος. Φτωχό παιδί είχε έρθει από την Γορτυνία. Το μεγάλωσε στην Αθήνα ένας πατριός, το έστειλε στη Νομική και μετά το ‘βαλε στο κατάστημα. Ήταν δεξιός. Περάσαμε την Κατοχή, χωρίς πολλές στερήσεις. Αλλά, μη νομίσεις, μου κόβε και μένα για επιχειρήσεις. Σε πολλά θέματα του έλεγα «Άσε, θα το κανονίσω εγώ». Σιγά σιγά έμπαινα στο νόημα.
Βέβαια, όταν παντρευτήκαμε, είχε ζήσει τη ζωή του, είχε πολλές φιλενάδες μέχρι το γάμο μας, μετά, τίποτα. Ήταν γλεντζές, καθόλου τσιγκούνης, χαιρόταν να με βλέπει να αγοράζω διάφορα και να με βγάζει έξω.
Στην αρχή, βέβαια χωρίς φίλους, στεναχωριόμουνα. Μετά έπιασα φιλίες με μια ελληνο-ρουμάνα και με άλλους αθηναίους που έμεναν στην οδό Κολοκοτρώνη. Ήταν η καλύτερή μου φίλη. Η διακριτικότητα του άντρα μου δεν είχε όρια. Να φανταστείς ότι έφταναν γράμματα από το Ναύπλιο για μένα στο όνομά του, και δεν τα άνοιγε, μου τα έδινε κλειστά. Αυτό πολύ το χάρηκα. Πέρασα πολύ καλά μαζί του. Παιδιά δεν έκανα γιατί δεν ήξερα τι σήμαινε γέννα, δεν ήθελα να πονέσω. Και αυτός, ο καημένος, όλο κατανόηση στο θέμα αυτό. Δυστυχώς, μου πέθανε σε ένα αυτοκινητιστικό. Μετά παντρεύτηκε κι η αδελφή μου κι ήρθε κι αυτή στην Αθήνα, Τα παιδιά της είναι σαν δικά μου. Έχει ένα αγόρι κι ένα κορίτσι, ξανθά και καλοαναθρεμμένα που έχουν κάνει πολύ καλές σπουδές κι έχουν πολύ καλή δουλειά και τα δυο. Τώρα έχουμε και εγγόνια.
Toν πατέρα σου δεν τον ξέχασα ποτέ. Ξεχνιέται η πρώτη αγάπη; Από μακριά παρακολουθούσα τη ζωή του, που πολέμησε στη Μάχη της Κρήτης κι αιχμαλωτίστηκε, που πέρασε στην Αθήνα την Κατοχή, μετά που παντρεύτηκε και που σ’ έκανε εσένα και όλα του τα χρόνια αργότερα στο Ναύπλιο. Μέχρι που έμαθα ότι είχε πεθάνει το 1984. Κρίμα, να πάει τόσο νέος… Δεν είχαμε συναντηθεί καθόλου, όλον αυτό τον καιρό.
Λέγε, λέγε για το παρελθόν, ξανάνιωσα και εγώ, καμάρι μου, βλέπω πάλι τον εαυτό μου, να, εδώ, στο Φανάρι με τις συμμαθήτριες μου, στον Άγνωστο Στρατιώτη στην Αθήνα με τον άντρα μου, να, εδώ, σε ένα ταβερνάκι στη Νέα Φιλαδέλφεια, με την αδελφή μου και το σύζυγό της. Πάρτες τις φωτογραφίες, να δεις πόσο νέοι και ωραίοι ήμαστε τότε. Με έφερες πίσω πολλά χρόνια, βρε παιδί μου, αλλά άξιζε να στα πω, ειδικά εσένα που, αν είχα πάρει τον πατέρα σου, θα ήσουν τώρα γιος μου.

***

Από τη συλλογή διηγημάτων Αποστολή στην Αμαζονία,

Εκδόσεις Απόπειρα, 2015

 

Advertisements
Αρέσει σε %d bloggers: