Φρέσκα

Η ΚΑΤΑΣΚΗΝΩΣΗ ΚΑΙ ΤΟ ΨΥΓΕΙΟ

του Γιώργου Ρούβαλη
 
Στη Γωγώ Μπέλλια
 Μόλις είχα τελειώσει την έκτη Δημοτικού και ακόμα δεν είχα πάει ποτέ κατασκήνωση στη ζωή μου. Δεν με παίρνανε, γιατί ο μπαμπάς ήταν δικηγόρος και δεν είμαστε αρκετά φτωχοί. Βλέπεις, τότε οι κατασκηνώσεις ήταν για παιδιά αναξιοπαθούντων, απόρων, εργατών, υπαλλήλων, τέτοια. Εγώ έσκαγα απ’ το κακό μου, είχα ταράξει στα παρακάλια τη μαμά, να βρει κάποιον τρόπο να με στείλει κι εμένα την καψερή. Μου φαινόταν ότι θα ‘ταν υπέροχη διασκέδαση κι ήθελα να το ζήσω κι αυτό. Η μανία μου μεγάλωσε όταν έμαθα ότι η φίλη μου η κολλητή η Φουλιάνα, θα πήγαινε στο Χιλιομόδι και μάλιστα ομαδάρχης. Ήταν μια ξανθιά, κόρη πολυμελούς οικογένειας, με έξι κορίτσια, που έμενε σ’ ένα μεγάλο βενετσιάνικο σπίτι στον απάνω δρόμο, δίπλα μας και ξημεροβρα­διαζόταν σπίτι μου, συνέχεια να παίζουμε μαζί. Εκεί να δεις λοιπόν παρακαλητό και μουρμούρα στη μαμά να με στείλει κι εμένα.
shutterstock_99385886-620x413
Τέλος πάντων, σηκώθηκε και πήγε στη Διεύθυνση Κοινωνικών Υπηρεσιών του νομού, να μιλήσει στον Τσορόκα εκείνον, φαλακρό με γυαλιά χωρίς σκελετό, που βασίλευσε για τριάντα χρόνια σ’ αυτό το πόστο. Του εξήγησε ότι ήμουν πολύ ευαίσθητο παιδί, λίγο νευρικό, αλλά πολύ αγαπητό σε όλους και ότι το είχα απολύτως ανάγκη για την κοινωνικοποίησή μου, έτσι τα ‘πε (είχε πολύ λέγειν η μαμά μου η Τερέζα), μετά μου τα εξήγησε, πολύ αργότερα. Ο Τσορόκας συγκινήθηκε, πείστηκε, έπαιζε και μπριτζ κάθε βράδυ με τον μπαμπά στου Κατσίγιαννη το καφενείο και τελικά με έγραψε στους καταλόγους και μάλιστα και εμένα ομαδάρχισσα, μια που ήμουν απ’ τις μεγάλες. Αδύνατον να φανταστείς τη χαρά μου. Βαλθήκαμε μπουρ-μπουρ-μπουρ να ετοιμάζουμε τα πράγματά μου.

Ένα πρωί, μας πηγαίνει ένα λεωφορείο του ΚΤΕΛ, από κείνα τα παλιά του πενήντα τα δίχρωμα, μπεζ και καφέ. Εγώ δεν είχα ποτέ μέχρι τότε αποχωριστεί τη μαμά μου. Φτάνουμε που λες και τις πρώτες μέρες όλα μου φαίνονταν παράξενα και απωθητικά. Το φαΐ απαίσιο, οι σκηνές στενές, η πειθαρχία σιδερένια, οι δάσκαλοι τύραννοι. Είχαμε και το Δρούγκα διευθυντή, τον ψηλό εκείνον με τη μεγάλη μύτη, το μουστακάκι και το σκούρο δέρμα. Αρβανίτης, που ήταν και δάσκαλος του αδερφού μου στο πρώτο Δημοτικό του Ναυπλίου. Μου φάνηκε σα να βρίσκομαι στο στρατό, με τις επάρσεις της σημαίας, την προσευχή και τα εμβατήρια που μας έβαζαν να τραγουδάμε. Αμέσως άρχισα τα κλάματα και μ’ έπιασε η δυσφορία. Ήθελα τη μαμά μου, ήθελα να φύγω, να την κάνω κατσίκα, αλλά δεν μπορούσα να το πω έτσι ανοιχτά. Πιανόμουν από λεπτομέρειες που μ’ ενοχλούσαν κι όλο κριτική έκανα στους δασκάλους και να προσπαθώ να πείσω και τ’ άλλα τα κορίτσια να φύγουμε όλες μαζί, να την διαλύσουμε την κατασκήνωση… Όταν με πήρε στο τηλέφωνο η καημένη η μαμά τη δεύτερη μέρα να μάθει πώς είμαι, μιλήσαμε έξι λεπτά, γιατί τα πρώτα τρία όλο έκλαιγα! Πήρε λοιπόν κάτι λεωφορεία και ήρθε να με δει. Φορούσε, θυμάμαι, ένα ροδακινί λινό φόρεμα χωρίς μανίκια και μια άσπρη σάρπα στα μαλλιά, τα μαύρα γυαλιά της και ήταν κούκλα. Με καθησύχασε, μου είπε ότι θα συνηθίσω, να ακούω λέει τους δασκάλους και ότι το φαγητό θα βελτιωνόταν, της το είχαν υποσχεθεί. Σιγά-σιγά έπαψα κι εγώ τ’ αναφιλητά και έφυγε αφήνοντάς με πιο ήσυχη. Από κοντά κι η Φουλιάνα να με ηρεμεί. Από την τρίτη – τέταρτη μέρα λοιπόν έστρωσα και πέρασα ζάχαρη. Πηγαίναμε περιπάτους στο βουνό, πολύ όμορφα. Μας εξηγούσαν τα είδη των δέντρων: κυπαρίσσια, έλατα, πεύκα, βελανιδιές. Για μένα αυτό όταν πρωτόγνωρο γιατί ήμουν τελείως άσχετη σ’ αυτό το κεφάλαιο: μόνο τους φοίνικες του σχολείου μας γνώριζα και το γιγαντιαίο φύκο σ’ έναν κήπο του Ναυπλίου. Ακόμα το θυμάμαι, λες και κάναμε εξερευνήσεις σε καμιά τροπική ζούγκλα.
Η Γωγώ, η αδελφή της Φουλιάνας ήταν τομεάρχισσα και μας πρόσεχε. Το βράδυ οι μεγαλύτερες πηγαίναμε στη διπλανή κατασκήνωση των αγοριών και κάναμε παρέα. Μια φορά θυμάμαι, πήγαμε σε μια υπαίθρια ταβέρνα εκεί πέρα και φάγαμε κοψίδια. Αυτό ακόμα το θυμάμαι. Πολύ ωραία περάσαμε. Εκεί άρχισε η Γωγώ την παρέα μ’ ένα παιδί τομεάρχη. Αυτός, προσπαθούσε με κάθε τρόπο να τραβήξει την προσοχή της, αλλά η Γωγώ δήθεν αδιάφορη. Ψέμματα. Στην πραγματικότητα την πόναγε κι αυτήν το δοντάκι της. Αργότερα τον παντρεύτηκε κι έγιναν δάσκαλοι και οι δύο, αχώριστοι από τότε. Πολύ καλό κορίτσι η Γωγώ και να δεις τι ομορφιά, ξανθιά και ψηλόκορμη, με κάτι μελαγχολικά καστανά μάτια. Εγώ συμμετείχα πλέον σ’ όλες τις εκδηλώσεις με ενθουσιασμό, ένα θεατρικό έργο που παίξαμε κλπ. Ιδιαίτερα μου άρεσαν κάτι βραδιές που ανάβαμε μια φωτιά στην κεντρική πλατεία και μαζευόμασταν τριγύρω να πούμε τραγούδια και αστεία. Αυτό θα μου μείνει αξέχαστο. Το ίδιο και οι φιλίες που έκανα με άλλα κορίτσια απ’ το Άργος και απ’ το Κρανίδι. Ήταν μαζί μας και πολλές μου συμμαθήτριες, η Ντίνα η Καβούρω (τη λέγαμε έτσι για τον πατέρα της, παρατσούκλι Κάβουρας). Θυμάμαι ένα ξανθό μικρό κοριτσάκι απ’ το Γκέρμπεσι, τη Ζαχαρούλα, που γίναμε φίλες. Ήταν κι η Γεωργία η Δαγρέ κι η Δήμητρα η Ντάρσενα. Ο Δρούγκας ξαφνικά άρχισε να μου φαίνεται αστείος, γιατί μ’ όλη τη σοβαρότητά του, μας κόλλαγε παρατσούκλια που είχαν να κάνουν με το επάγγελμα του πατέρα μας, τον τόπο καταγωγής μας ή το χαρακτήρα μας. Εμένα, ας πούμε, μ’ έβγαλε Καπετάν Φασαρία ή έκ Πενταδελφίων, από τα Πέντε Αδέλφια όπου κοντά μέναμε. Τη Φουλιάνα, Ταχυδρόμισσα γιατί ο πατέρας της δούλευε στο Ταχυδρομείο. Τη Μαυροθαλασσίτου, Μαύρη Θάλασσα. Τη Μοιρισκλάβου, Μοίρα και Σκλαβιά! Είχε μεγάλη πλάκα ο Δρούγκας.
Τελικά η κατασκήνωση τελείωσε και με έφεραν πίσω στο Ναύπλιο, στο σπίτι μας. Ακόμη θυμάμαι την έκπληξη που μου είχε ετοιμάσει η μαμά, όταν μπήκα μέσα. Ένα υπερμοντέρνο πάλλευκο ψυγείο Κελβινέϊτορ, που δέσποζε στο σαλόνι μας (στην κουζίνα δεν υπήρχε χώρος, ήταν πολύ στενή) και που είχε αντικαταστήσει το ψυγείο του πάγου που είχαμε. Ερχόταν παλιότερα ο κυρ Μανώλης ο Γαλιός, κρητικός, κοντούλης και συμπαθέστατος, με κάτι πυκνά φρύδια, που είχε ξεμείνει στο Ναύπλιο από την επιστροφή του στρατού μετά την Αλβανία, με το τρίκυκλό του ποδήλατο και μας έφερνε καθημερινά μισή κολώνα πάγου, που βάζαμε τυλιγμένη σε μια λινάτσα πάνω στην παγωνιέρα. Μετά, έπρεπε να αδειάζουμε τ’ απόνερα που μαζεύονταν σ’ ένα συρταράκι από κάτω. Τέρμα λοιπόν αυτό, τώρα είχαμε επιτέλους κι εμείς, το σωτήριο έτος 1966, ψυγείο ηλεκτρικό, παρμένο απ’ τον Δουλιγέρη το θείο μας, που ήταν ηλεκτρολόγος στο Μεγάλο Δρόμο και πουλούσε και ηλεκτρικές συσκευές και –δεύτερη έκπληξη– με παγάκια από χυμό καρπουζιού που εμένα με ξετρέλλαινε. Μετά, η μαμά μας έκανε και γρανίτα ροδάκινο στην κατάψυξη. Από κει θυμάμαι και την έκφραση του πατέρα μας «όλο το καλοκαίρι είναι ένα ποτήρι παγωμένο νερό!» πού κατέβαζε με απόλαυση το απόγευμα μαζί με τον καφέ του, αφού είχε ξυπνήσει.
Είχε αρχίσει τότε το Ναύπλιο να εξοπλίζεται με οικιακές συσκευές. Ψυγεία, κουζίνες, ηλεκτρικά μάτια, θερμάστρες κλπ. Τα μαγαζιά συναγωνί­ζονταν στις διαφημίσεις στις τοπικές εφημερίδες, να προβάλλουν το καθένα τις μάρκες που αντιπροσώπευαν: ο Λάμπρου, o μεγαλύτερος έμπορος του Ναυπλίου, πρώτος και καλύτερος, στο Μεγάλο Δρόμο (κουζίνες Ολύμπικ, Πετρογκάζ σε μπλέ φιάλη), ο Κουικόγλου με την Ιζόλα και τα ραδιόφωνα Τζένεραλ στην Αμαλίας, ο Δουλιγέρης και αυτός παραπέρα στο Μεγάλο Δρόμο, ο Λούρης, ραδιόφωνα Τζένεραλ Ελέκτρικ, οι αδελφοί Μπογιατζή, ψυγεία ΠΙΤΣΟΣ και αέριο ΑΤΖΙΠ, πράσινη φιάλη και άλλοι. Αυτή η μάχη του ψυγείου ακολουθούσε τη μάχη του ραδιοφώνου που είχε σημειωθεί νωρίτερα, τη δεκαετία του ’50. Είχαμε και εμείς ένα γερμανικό HORNYPHON με γραμμένες πάνω του όλες τις πρωτεύουσες: Βιέννη, Βερολίνο, Ρώμη, Παρίσι, Μόσχα, Λονδίνο και πάει λέγοντας. Όταν τ’ ανάβαμε, η λυχνία του σκόρπιζε πράσινες ανταύγειες στα ονόματα των πόλεων. Τα βράδια το ακούγαμε και ταξιδεύαμε στον κόσμο όλο.
Η μανία στις νοικοκυρές για να αποκτήσουν τέτοιες συσκευές ήταν στο ζενίθ. Αφού να φανταστείς ότι η κυρά-Κατίνα, η μητέρα του συμμαθητή μου του Μάκη του Κομνηνού, όταν της πήρε ο άντρας της ηλεκτρική κουζίνα, τη δούλευε όλη την εβδομάδα, ψήνοντας φαγητό, κουλουράκια, κέικ, συνέχεια. Για εφτά μέρες δεν έσβησε καθόλου ο φούρνος, τόση ήταν η χαρά της!
Την επόμενη χρονιά, μετακομίσαμε όλη η οικογένεια στην Αθήνα και κατασκήνωση δεν ξαναπήγα ποτέ.
Advertisements
Αρέσει σε %d bloggers: