Φρέσκα

Ο χορός του μπεκιάρη

του Βαγγέλη Πράππα
 
Χρόνια τώρα καμώνομαι τον χορευτή. Παραδοσιακών χορών αποκλειστικά. Δεν είναι πως δεν πήρα τα βήματα και σ' άλλους ρυθμούς μα η ψυχή μου χορεύει αποκλειστικά στο άκουσμα του κλαρίνου, του ζουρνά, του νταουλιού, του ταϊρέ, της γκάϊντας, άντε και του ακορντεόν. Στα επίλοιπα, τα δυτικότροπα τα πόδια μου σέρνονται ανόρεχτα, επιτηδευμένα, βαριεστημένα σαν βόϊδι ζεμένο τα χάμουρα καταμεσής του αυγουστιάτικου λίχνου.
tsamikos
Τώρα βέβαια, μετά από 20 χρόνια σχεδόν σε καμιά ντουζίνα χορευτικά, κοντεύω να κρεμάσω τα γουρνοτσάρουχα. Μιας που σε Θρακομακεδόνικους χαβάδες ειδικεύομαι, αυτό είναι το πατούμενο, κείνο το ανάλαφρα επεξεργασμένο δέρμα,ελαφρύ σα σοσόνι, οξύληγκτο στη μύτη με δεσιές πολλαπλές στην κνήμη, ένα κ' ένα για χορό που φοριέται σ' όλα τα Βαλκάνια. Απ'τα Γιαννιτζά ως τη Σουμπότιτσα κ' απ' την Ποντγκόριτσα ως τη Βραΐλα. Το τσαρούχι με την φούντα είναι διαδεδομένο μόνο μεταξύ της Αρβανιτιάς, της Ρουμελης και του Μωρέα κ' ας εχει επικρατήσει ως το κατεξοχήν παραδοσιακό.

Παραγεροπαραξένεψα το λοιπον και βρίσκω άδικο κόπο να ταλαιπωρώ τις χιλιο- στραμπουληγμένες μου κλειδώσεις σε φεστιβάλ -ως είναι του κολοκυθιού Βασιλικών π.χ- και κυρίως ποτέ δε χώνεψα το καλσόν το μάλλινο που επιβάλλει η σεμνοτυφία να φοράμε οι φουστανελάδες μη τυχόν ανεμίσουν τα κλαγκανάρια μας σε κανα τσαλίμι. Αλλά όποτε το απαιτεί η περίστασις ήτοι παναΐρια, γάμοι και λοιπά γλεντοκόπια θυμούμαι την τέχνη μου, βγάνω ένα μαντήλι, δένω στο χέρι, ξαναποδένομαι τα γουρνοτσάρουχα και δίνω σήμα στον νταουλτζή.
Γιατί να σας πω κ’ ένα μυστικό καλά κ’ άγια όλα τ’ άργανα μα ο χορευτής το νταούλ’ έχει στο νού του, αυτό δίνει τον ρυθμό, αυτό κανοναρχεί.
Μέχρις εδώ καλά, κατόπι -αν πρόκειται για γάμου γλέντι- αρχινάν οι παραινέσεις να στεφανωθώ και γω, να βρώ μια καλή κοπέλα και οι λοιπές γνωστές γαμησιάτικες κουβέντες που τυραννούν εμάς τους μπεκιάρηδες σα βρεθούμε σε συναφείς τελετές.
Τότες, σαν είμαι τυχερός κ’ η ορχήστρα νογάει απο Θρακιώτικα και διαθέτει τα σχετικά, ήτοι καβάλι, γκάϊντα και ακορντεόν -είπαμε το νταούλ’ εκ των ων ουκ άνευ- δίνω παραγγελιά να παίξει το εξής στιχουργικά θαυμάσιο και χορευτικά αριστοτεχνικό κομμάτι καθώς χορεύεται ως ζωναράδικο ντιούζκο στην αρχή και γυρνάει σε τσέστο μετά -στους ανυποψίαστους μοιάζει αρκετά με ιρλανδικές κλακέτες- που άδει τα εξής μεταξύ άλλων:
«Παλικάρια ίσια ίσια κι ψηλά σαν κυπαρίσσια,
να μη λάχ(ει) κι παντριφτείτι, ούλα δα μιτανουθείτι.
Όποιους είνι παντριμένους πιρπατεί σαν μαγιμένους
κι όποιους είν’ ραβουνιασμένους πιρπατεί λουγαριασμένους
κι όποιους είνι παλικάρι πιρπατεί σαν νιο φιγγάρι,
παλικάρια ίσια ίσια κι ψηλά σαν κυπαρίσσια»
Ας βαστήξουν οι χοροί λοιπόν όσο ορίζουμε τα πόδια μας προτού μας τα βάλουν σ’ένα παπούτσι. Για γουρνοτσάρουχο ούτε λόγος μετά τον Ησαΐα…

Advertisements
Αρέσει σε %d bloggers: