Φρέσκα

Είμαι νεκρή…

της Νούλας Χρυσοχοϊδου
 
...Είμαι νεκρή μέσα μου....
Δεν θυμάμαι πότε το ένιωσα, πότε έκλεψες την τελευταία μου ανάσα, πότε πήρες στα χέρια σου του κορμί μου και το μετέφερες στην τελευταία του κατοικία. Μαύρα κοράκια περιτριγυρίζουν την ψυχή μου, τα έστειλες να ξεσκίζουν την σάρκα μου μέρα με τη μέρα, ήταν οι δικοί σου απεσταλμένοι που έσερναν το άψυχο κουφάρι μου μες τους δρόμους ποδοπατώντας με. Έκλεισες έναν κύκλο της άμοιρης ζωής μου αγαπημένε μου.
shutterstock_63759622
Ξημέρωσε Κυριακή, ένα κρύο πρωϊνό με το ψιλόβροχο να πέφτει στο μέτωπο μου και να το δροσίζει. Ήταν αυτή η μέρα που επέλεξες να υγράνεις τα καστανοπράσινα μάτια μου. Μουντός ο καιρός μέσα στο γκρίζο φόρεμα του, να στέλνει δροσερά μυνήματα στους πόρους του κορμιού μου. Οι σταγονες να γεμίζουν με περίεργα και χωρίς μορφή σχήματα πάνω στα λευκά ρούχα μου δίνοντας ένα χρώμα που δεν μπορούσες να διακρίνεις εύκολα. Ξεκίνησε το ταξίδι της επιστροφής μου. Επέστρεφα στον υλικό κοινό μας κόσμο, έτσι νόμιζα τουλάχιστον. Εσύ προτίμησες όμως να με προσγειώσεις απότομα στο έδαφος και να κόψεις τα φτερά μου που τόσο όμορφα άνοιγαν πίσω από την πλάτη μου δείχνοντας την υπεροχή της ψυχής μου. Η σύγκρουση ήταν σφοδρή, μετωπική...έστειλες δαίμονες να κόψουν το νήμα της ζωής που σου χάρισα. Χτύπησα.....

Ένιωσα τον κόσμο να χάνεται από γύρω μου, ήχοι παντού…ήχοι έντονοι….μα δεν τους ακούω, μόνο βλέπω ανθρώπους να τρέχουν δεξιά και αριστερά προσπαθώντας να βγάλουν το κουφάρι μου από μια άμορφη μάζα σιδερικών. Μη φοβάσαι (!) βλέπω να ψελίζουν τα χείλη τους, μα δε νιώθω τίποτα, δε νιώθω πόνο αγάπη μου…. κι εγώ συνεχίζω να χαμογελώ γιατί βλέπω τη μορφή σου μπρος στα μάτια μου να με αποχαιρετά απ΄αυτόν τον ουτοπικό κόσμο. Απ΄αυτόν τον κόσμο που με έδιωξες με μια κουβέντα σου. Με σκότωσες!!!!
Ήρθε το τέλος μου. Κόκκινα φώτα χρωματίζουν τα τελευταία μου λεπτά στην γη. Εκείνο το ζωηρό όμορφο χρώμα του έρωτα και της αγάπης, χρώμα που αναβλύζει απο τις φλέβες και δίνει σε κάθε κύτταρο μας στιγμές ηλεκτροσοκ. Εκείνο το χρώμα της καρδιά που σου χαρίστηκε, τόσο σ΄αγάπησε η δική μου και χτυπουσε όπως και η δική σου..ΤΙΚ…ΤΑΚ…τικ τακ….τικ…Μα τόσο πολύ που καιγόταν μέρα με τη μέρα για έναν δικό σου χτύπο.
Τρομαγμένη κάθησε στην άκρη και έδινε έναν ρυθμό σιγά σιγά λες και φοβόταν μην την ακούσουν οι γύρω της. Όχι καρδιά μου μπορει να σ΄έμπηξε το μαχαίρι αλλά έχεις την δύναμη να επουλώσεις τις πληγές σου, μην αφήνεσαι στα χέρια των δαιμόνων του, μη τους κοιτάς, χτύπα και πάλι σε εκλιπαρώ. Δεν θέλω να αφήσω τούτο τον μάταιο κόσμο πάνω στο άνθος της ζωής μου, θέλω να ζήσω τις στιγμές, να χορτάσω τα χρώματα σου, ν’ αγκαλιάσω τους ανθρώπους πάλι με δύναμη και να μην τους αφήσω από δίπλα μου. Κι όμως η ελπίδα ήταν παγωμένη δεν είχε θερμότητα ζωής….Αγάπη μου μη με αποχαιρετάς, μη μου δίνεις το τελευταίο σου φιλί, άφησε με να ζήσω κοντά σου…άφησε με σε παρακαλώ να βλέπω τα μάτια σου, το βλέμμα που έχω αγαπήσει κι ας μην σ΄αγγίξω ποτέ ξανά.
……………………………..
……………………………..
……………………………..
Αλλά όχι!΄Ησουν ανένδοτος. Δεν γύρισες να με κοιτάξεις άλλο. Απομακρυνόσουν…έφευγες, το είχες πάρει ήδη απόφαση και το μόνο που έκανες ήταν να μου το ανακοινώσεις. Δεν υπήρχαν γιατί, επέλεξες να μη μου δώσεις απαντήσεις. Και γύρισες την πλάτη σου και χανόσουν από τα μάτια μου. Καίω εσένα μου είπες, καίω εμένα, καίω τα όνειρα μου τα σταματημένα…αυτό ψιθύριζαν τα χείλη σου συνέχεια, συνέχεια μέχρι που δεν άκουγα πλέον τη φωνή σου……Φύγε Ναυσικά, φύγε έλεγες!!!!
Πετάω…πετάω μακριά…με έδιωξες…μου άφησες το χέρι που τόσο με αγάπη μου κρατούσες όλα αυτά τα χρόνια.
Μόνο που δεν κατάλαβες κάτι. Ότι ένιωσα, αν και είχε χαθεί στην τελευταία δική μας ανάσα, το τελικό σου χτύπημα μου έδωσε τη δύναμη να σταματήσω το ταξίδι μου σε άλλους παραδεισένιους κόσμους και να επιστρέψει πιο δυνατή στη γη. Ήταν η επιμονή μου να σπάσω τους δεσμούς μας, δεν φεύγω, δεν θέλω…όχι δεν…. Θα επιστρέψω στον κόσμο αυτόν κι ας χάθηκες εσύ. Την κέρδισα αυτή την ζωή δεν έχεις δικαίωμα να μου την στερείς εσύ αλλά μόνο ο ύψιστος. Και νιώθω πάλι να κυλά στις φλέβες μου χρώμα κόκκινο, έντονο και ζεστό να τρέχει γρήγορα από τη μία άκρη του κορμιού μου στην άλλη. Ήμουν νεκρή αλλά αναστήθηκα. Έδωσα έναν ακόμα σκοπό σε εμένα. Να αποκτήσω την αγάπη που μου στέρησες εσύ ο άνθρωπος μου. Έδωσα στην ελπίδα καινούργιο δρόμο να διανύσει κρατώντας στο χέρι το φως που εσύ μου στέρησες. Πλέον βλέπω. Υπάρχει το μονοπάτι κι ας έχει γκρίζο χρώμα έχει όμως ήχο, ακούγεται μακριά ναι(!) μα ακούγεται…δεν έσβησε, δεν χάθηκε. Γυρνάω, επιστρέφω!Ακούω φωνές να μου λένε κρατήσου τις ακούς;;;;;, μου δίνουν το χέρι τους. Αισθάνομαι. Ζώ!!!Μ΄ακούς;;;;Φωνάζω σε όλο τον κόσμο ότι θα ζήσω, ναι θα ζήσω κι ας είναι μακριά σου κι ας πονάω ακόμα. Θα επουλωθούν οι πληγές μου, θα κλείσουν και θα σβήσουν..χρόνο χρειάζομαι μονάχα, εκείνο τον ήχο που κάνει όπως η καρδιά που σου χάρισα ένα βράδυ του Μάη..τότε που ήσουν μια αχτίδα μέσα στο σκοτάδι της ζωής μου……
Αγάπη μου για σενα είμαι νεκρή….με σκότωσαν οι λέξεις που έγραψες ένα κρύο βράδυ του Οκτώβρη.
Advertisements
Αρέσει σε %d bloggers: