Φρέσκα

ΚΑΜΑΚΙΑ ΚΑΙ ΜΑΤΑΚΗΔΕΣ

του Γιώργου Ρούβαλη

 

Ξενοδόχος ήμουνα στο Ναύπλιο 37 ολόκληρα χρόνια. Είχα έρθει στις αρχές της δεκαετίας του ’60 από το Σικάγο όπου είμαστε γκαρσόνια, με τον αδελφό μου, μαζέψαμε τα λεφτουδάκια μας και τις οικονομίες μας και συνεταιριστήκαμε με δύο συγχωριανούς και πήραμε ένα μικρό ξενοδοχείο. Εγώ είμαι από ένα χωριό του Καστριού Κυνουρίας, αλλά είχα βγάλει το Γυμνάσιο στο Ναύπλιο, πόλη που πολύ μου άρεσε. Αφού, να φανταστείς, στο Σικάγο δεν ονειρευόμουν το χωριό μου, αλλά την πλατεία μπροστά στην Παναγία και το ξενοδοχείο που μετά αναλάβαμε, μια πολύ όμορφη μικρή πλατεία. Φαίνεται ήταν σημαδιακό… Τότε άρχιζε κι ο τουρισμός στην Ελλάδα και το Ναύπλιο. Μας έρχονταν και μπατιροτουρίστες αλλά και καθώς πρέπει κύριοι. Εμείς και οι γυναίκες μας είμαστε σκυλιά στη δουλειά, είχαμε μάθει τους ρυθμούς από την Αμερική, όπου δουλέψαμε όπως είπα, σερβιτόροι. Το φιλότιμο μας έσπρωχνε να είμαστε πάντα καθαροί, άψογοι και εξυπηρετικοί. Ήταν κι ο Κώστας ο Παλαιολόγος μαζί μας, στα ξενοδοχεία από τα δέκα πέντε του, μεγάλη πείρα. Αυτός μας έμαθε τη δουλειά, μας διόρθωνε, επέμενε τα πάντα να είναι τέλεια.

Φιλοξενούσαμε κυρίως ξένους αρχαιολόγους, Γερμανούς, Αμερικάνους, Εγγλέζους. Υπήρχαν και Σουηδοί. Ακόμα, παλιούς Αναπλιώτες που έρχονταν για διακοπές και δεν είχαν πλέον σπίτι στην πόλη ή είχαν τσακωθεί με τους συγγενείς τους και προτιμούσαν να μείνουν στο ξενοδοχείο. Τουρίστες έχω δει καν και καν, λογιών-λογιών, ρώτα με και είμαι ικανός να σου μιλάω για ώρες. Θα σου πω τώρα ορισμένα για τα καμάκια και τους ματάκηδες. Όλα όσα έγραψε ο Βασιλικός στα Καμάκια του, είναι αλήθεια. Αν ήμουν εγώ συγγραφέας, θα μπορούσα να σου είχα γράψει 4-5 βιβλία γι αυτά. Γιατί τους ξέραμε, τους είχαμε ζήσει από την καλή κι από την ανάποδη, το Ναύπλιο είναι μικρό μέρος. Εξάλλου, επειδή το ξενοδοχείο μου ήταν κεντρικό, δίπλα στην παραλία και γεμάτο τουρίστριες, και νέες και γριές, όλο εκεί τους είχες, σαν τα κοράκια, να τριγυρίζουν γύρω-γύρω. Ή μάλλον να απλώνουν τα πλοκάμια τους, τα πλοκάμια του Octopus Club, (της δήθεν λέσχης που είχαν φτιάξει) γύρω απ’ το ξενοδοχείο, να γραπώσουν την τουρίστρια.
Ήταν και παιδιά καλών οικογενειών, και παιδιά λαϊκά, σερβιτόροι, δικηγόροι, φοιτητές, ταβερνιάρηδες, υπάλληλοι. Ορισμένοι παντρεύτηκαν και ξένες με τα πολλά, κάποιους τους χάσαμε στο εξωτερικό.
Τη νύχτα, τα καμάκια περίμεναν να πέσει για ύπνο ο νυχτοφύλακας, για να μπορέσουν να μπουν στα δωμάτια, να ξεσκίσουν τις τουρίστριες. Αλλά λεφτά δεν έπαιρναν, στο Ναύπλιο δεν είμαστε ποτέ ζιγκολό, μέχρι να ρίξουν μάλιστα την τουρίστρια πολλοί πλήρωναν και τα έξοδά της. Αφού είχε πέσει κι αν τα οικονομικά της το επέτρεπαν, τα έξοδα μοιραζόντουσαν. Με την παρέα μαζί τους, πολλοί κατέληξαν μετά και στον αλκοολισμό, σπάνιο πράγμα τότε, γιατί εμείς δεν πίναμε παρά λίγο κρασάκι.
Μιλάει ένα καμάκι από τον Ψαρομαχαλά.
 
Το ζήτημα των καμακιών έχει παρεξηγηθεί. Τα καμάκια δεν ήταν ποτέ ζιγκολό, γιατί πλήρωναν τα έξοδά τους, ακόμα κι εκείνα των γυναικών, όταν εκείνες δεν είχαν. Στόχος του καμακιού δεν ήταν απλώς το σεξ, αλλά να ρίξει μια όχι τόσο εύκολη γυναίκα, να την κάνει να το ερωτευθεί. Μιλάμε άρα για ένα υψηλό σπορ, με ευγενείς προθέσεις και βέβαια άψογη συμπεριφορά του καμακιού προς την ξένη. Θα έλεγα και ότι ο στόχος μας δεν ήταν μόνο να την οριζοντιώσουμε, αλλά και να την κάνουμε να αγαπήσει και το Ναύπλιο και την Ελλάδα. Ενεργούσαμε σαν πρεσβευτές της πόλης και της χώρας. Είμαστε η εικόνα της.
 
Εγώ είχα βρει ένα κόλπο για να γίνομαι αρεστός και συμπαθής στις κοπέλες: όταν μου έλεγε από ποια χώρα είναι, τη ρωτούσα και από ποια πόλη. Ας πούμε Ναντ, στη Γαλλία. Αμέσως έλεγα:
  • Α, μα έχω πάει! Δεν έχετε εκεί μια ωραία πλατεία; Και δεν υπάρχει πιο πέρα μια μεγάλη εκκλησία;
  • Ναι, μου έλεγαν, γιατί φυσικά όλες οι πόλεις έχουν μία πλατεία και μία εκκλησία. Όταν νόμιζα ότι η περίσταση το απαιτούσε, πρόσθετα κι ένα κάστρο και έτσι γινόμουν, αμέσως-αμέσως, οικείος.
 
Σε μια φάση, έχω ξεμοναχιάσει μια Ολλανδέζα. Βρισκόμαστε στο ουζερί Αγνάντι, στην άκρη της παραλίας, μπροστά στη θάλασσα, νύχτα και ο στόχος μου είναι να τη μεθύσω. Φέρε λοιπόν κρασί, φέρε ούζο, η Ολλανδέζα, νεροφίδα, τα κατέβαζε όλα. Αλλά μαζί της έπινα κι εγώ με αποτέλεσμα, όταν τελικά φύγαμε, να έχω γίνει κουδούνι και να περπατάω με οχτάρια προς τα δωμάτια του Μπέκα, στα Βραχατέικα, όπου με πήγε. Μπαίνουμε μέσα, αλλά μου ήταν αδύνατον να ανταποκριθώ και της είπα ότι θα φύγω. Η Ολλανδέζα θύμωσε:
  • Μα τόσες ώρες που με φλερτάρεις; Ορίστε, επιτέλους είμαστε μόνοι. Δε θα κάνεις τίποτα;
Της είπα ότι ήταν αδύνατον και έφυγα παραπατώντας. Η πλάκα όμως είναι ότι με το που βγήκα απ’ το δωμάτιο, πέφτω πάνω στο Μάικ τον ματάκια, ο οποίος διαμαρτυρήθηκε γιατί του έκλεβα το θέαμα.
  • Άκου να δεις, ρε φίλε, άμα γουστάρεις μέσα είναι η γκόμενα, μπες και κανόνισέ την εσύ!
 
Μια άλλη φορά είχα πάει με ένα φίλο, άλλο καμάκι, σε ένα μπαρ ενός γνωστού μας, στο Τολό. Με το που μπαίνουμε μέσα αντικρίζουμε ένα ολόκληρο σχολείο από ξανθές Αυστριακές, και στη μέση την ωραιότερη από όλες, δεκαεφτά χρονών, μια θεά. Τριγύρω τους έβριθαν διάφορα άλλα καμάκια. Ο μπάρμαν, γνωρίζοντάς με, και βλέποντας ότι πλησίαζα την καλύτερη, προσπάθησε με ένα κόλπο να με εξουδετερώσει.
  • Χάιντι, να σου γνωρίσω τον αδελφό μου. Είναι πολύ καλό παιδί, αλλά δυστυχώς είναι ομοφυλόφιλος…
Εγώ δεν πτοήθηκα, έπιασα κουβέντα με την εν λόγω Χάιντι και της λέω:
  • Όλους αυτούς που βλέπεις γύρω σου, έχουν έρθει μόνο και μόνο για σένα. Εάν εσύ φύγεις τώρα και γυρίσεις μετά από τέσσερις ώρες, θα είναι ακόμα εδώ να σε περιμένουν. Και τότε μπορείς να διαλέξεις όποιον θέλεις. Μήπως θα ήθελες να πάμε να φάμε κάπου γιατί πεινάω;
Πραγματικά η γκόμενα μας ακολούθησε, πήγαμε σε μια ταβέρνα, φάγαμε καλά, ήπιαμε, αυτή μισομέθυσε και κατόπιν της είπα -έμπρακτα- την αλήθεια, ότι δηλαδή δεν ήμουν ομοφυλόφιλος, σε ένα δωμάτιο εκεί κοντά που την πήγαμε. Η πλάκα είναι ότι ο φίλος μου, που με είχε συνοδεύσει σε όλα αυτά, με έβλεπε να μην μπορώ να τα βγάλω πέρα τελείως -λόγω πιοτού και πάλι- και ενόσω εγώ την κανόνιζα, να μου κάνει αέρα με μια φανέλα και να με ενθαρρύνει με την εξής ηρωική κραυγή:
  • Ελλάς, Ελλάς, Ψαρομαχαλάς…
 
Υπήρχε κι ένα άλλο αγροτικό καμάκι, παιδί από χωριό, ένα λαϊκό παιδί, που σε αποκαλούσε πάντα «παλικάρι», αλλά ήταν και πολύ ψεύτης. Αυτός είχε μεγάλη πλάκα. Το παρατσούκλι του ήταν «Σκοτάδι», γιατί πάντα τον έβρισκες τα βράδια στα μπαρ και τα νάιτ-κλαμπ. Ακόμα τον λέγαμε «Μαραντόνα», γιατί θαύμαζε τον ποδοσφαιριστή. Γνωρίσαμε λοιπόν με αυτόν στο Ναύπλιο δύο Αμερικάνες, πολύ ωραίες, εκ των οποίων μάλιστα η μια ήταν και αρχαιολόγος. Μετά την πρώτη γνωριμία και για να μπορέσουμε να τις πηδήξουμε, τους προτείναμε να πάμε για δύο μέρες στο χωριό του φίλου μου, που ήταν μάλιστα κοντά στο θέατρο της Επιδαύρου. Εκεί, παρόλο που προσπαθήσαμε, και περάσαμε πολύ ωραία βέβαια, γιατί οι γκόμενες ήταν κατενθουσιασμένες, έγιναν διάφορα αλλά, ο Γιακουμής δεν έφαγε. Βέβαια, όταν γυρίσαμε πίσω, σε σχετική ερώτηση ενός γείτονα που είχε ένα κοσμηματοπωλείο πάνω στην πλατεία Συντάγματος, το παλικάρι διηγήθηκε τα πλείστα όσα. Και έτσι και αλλιώς, και οι δυο μαζί κλπ. Όμως οι Αμερικάνες ενδιαφέρονταν πραγματικά για τα αρχαία και έμειναν πάνω από μήνα. Στον δεύτερο μήνα, έρχεται ο φίλος να μας αναγγείλει ότι παντρευόταν με την αρχαιολόγο. Και απορεί ο κοσμηματοπώλης:
-Μα καλά, την παρτούζα παντρεύεσαι;
-Όχι ρε φίλε, ψέματα σου είπα περί παρτούζας. Ξέρεις τώρα, καμιά φορά τα παραφουσκώνουμε…
Αυτός ο καημένος την ακολούθησε στην Καλιφόρνια, μετά έμαθα ότι χώρισε και από τότε εξαφανίστηκε τελείως, τον ρούφηξε η Αμερική… Βέβαια μια φορά ήρθε και με το που έβαλε το πόδι του στο Ναύπλιο, κατευθείαν από την πτήση και με το τζετ-λαγκ επάνω του, μας διηγήθηκε μια σκοτεινή ιστορία, μάλλον ψεύτικη, όπου προτού μπει στο αεροπλάνο στη Νέα Υόρκη μια δίμετρη μαύρη τον στρίμωξε στην τουαλέτα και του πήρε μια πίπα. Φτάνει λοιπόν στο Ναύπλιο νύχτα κι εμείς προτείνουμε να πάμε στις πουτάνες. Δεν δήλωσε καμία κούραση, αντιθέτως μας ακολούθησε με ενθουσιασμό. «Μα καλά, εσύ δεν είπες ότι η μαύρη κ.λπ.;» «Ναι, ρε παλικάρι, αλλά ξέρεις τώρα, άλλη νοστιμιά έχει το μ… το ελληνικό!» Μετά γύρισε και πάλι στην Αμερική και από τότε έχει πάνω από δέκα χρόνια να εμφανιστεί…
 
Στο ξενοδοχείο τώρα, αυτό που λέγαμε στην αρχή, ντρεπόμαστε να μπούμε το βράδυ και να περάσουμε από τη ρεσεψιόν, παρόλο που οι άνθρωποι ήταν γνωστοί μας. Έτσι, λέγαμε στις τουρίστριες να ζητήσουν το δωμάτιο που είχε παράθυρο στο μικρό δρομάκι για να μπορέσουμε τη νύχτα να σκαρφαλώσουμε στο παράθυρο για να μπούμε μέσα, για τους γνωστούς λόγους.
 
Ακόμα, όταν δούλευα για λίγο σε ένα άλλο ξενοδοχείο, ο ρεσεψιονίστας με πεπειραμένο μάτι υπολόγιζε ποιο από τα πολλά ζευγάρια που έμεναν εκεί θα έκανε το καλύτερο σεξ κάθε βράδυ. Το έλεγε σε κάνα-δυο υπαλλήλους, διότι υπήρχαν μερικά δωμάτια με φεγγίτη και έτσι στηνόμαστε κάθε βράδυ να παρακολουθήσουμε το πάντα συναρπαστικό έργο…
 
Μια άλλη φορά, είχα μια Γαλλίδα γκόμενα που αντίθετα με τις περισσότερες, αντί να μείνει μια-δυο μέρες, φαίνεται της άρεσε, και έμεινε δέκα. Έτσι, την τελευταία βραδιά με έφερε με το αυτοκινητάκι της, Ντε Σεβώ, μέχρι τη Λάκκα, την πλατεία μας εκεί πάνω, και κατόπιν στο σπίτι μου για το αποχαιρετηστήριο. Όμως, επειδή την είχα βαρεθεί πλέον, αργούσα να τελειώσω. Την άλλη μέρα συναντάω το Μάικ, το γνωστό ματάκια, που μου διαμαρτυρήθηκε:
 
  • Εχθές το βράδυ, βρε παιδί μου, με ξεθέωσες!
 
Είχε στηθεί κι αυτός έξω από τα παράθυρά μου και απολάμβανε το θέαμα, συμμετέχοντας με τον τρόπο του…
 
Πρέπει ακόμα να σας πω ποιο ήταν το πρώτο ντοπάρισμα της εποχής. Ούτε ηρωίνες, ούτε μαριχουάνες, ούτε τίποτα. Για να παίρνουμε δυνάμεις, τρώγαμε δυο-τρεις ατομικές μερίδες μέλι μαζί με βούτυρο, να καρδαμώσουμε, να χουμε δυνάμεις το βράδυ. Η κυρά-Αιμιλία, στο μπακάλικο του Παλαβιτσίνη, τόξερε το μυστικό και χαμογελούσε πονηρά όταν πηγαίναμε ν’αγοράσουμε τις μερίδες μέλι. Μάλιστα, όταν με ύφος παράγγελνα βούτυρο-μέλι στη γυναίκα του καφετζή του Καώνη στην πλατεία Συντάγματος, η καημένη ντρεπόταν, γιατί ήξερε το στόχο αυτής της παραγγελίας και ερχόταν να σερβίρει με το δίσκο κατακόκκινη από ντροπή!
 
Η ωραιότερη γυναίκα που πέρασε από το Ναύπλιο ήταν η Χίλντα, Αμερικάνα, 62 ετών, αλλά με γάμπα χυτή, ψηλή κι αδύνατη, λαμπάδα : αυτή πήρε πολλούς. Το δινε τζάμπα κι έκανε πολλά ψυχικά. Μ’ αυτήν παραλίγο να εθιστούμε κι εμείς στο ποτό, έπινε συνέχεια ουίσκι. Όταν, μετά, το δολάριο ανέβηκε, το ρίξαμε στο ούζο. Η Χίλντα σου έλεγε γελώντας: «όταν γελάω είναι γιατί σκέφτομαι εσένα. Μπες στο κρεβάτι!». Γι αυτή τη γυναίκα, ερχόντουσαν παντρεμένοι και παρακάλαγαν να τους κλείσουμε ένα ραντεβού. Τόσο είχε μαθευτεί η φήμη της. Το ίδιο ένα παιδί από την Πάτρα που πούλαγε βιβλία, με μητέρα χήρα. Η Χίλντα όταν τον χαιρετούσε γέλαγε, γιατί σκεφτόταν ότι το πουλί του ήταν τόσο μικρό, όσο το δάχτυλό του. Τελικά κάτι έκανε μαζί της κι αυτός.
Ματάκια είχαμε κυρίως τον Μάικ. Ήταν και καρφί της αστυνομίας. Αυτός στηνόταν τη νύχτα στα σκαλιά της Ακροναυπλίας, έξω από τα παράθυρα των δωματίων του ξενοδοχείου και τον είχε έξω και τον έπαιζε. Έρχεται μια Αμερικάνα τουρίστρια και μου λέει αυτό κι αυτό και της λέω κλείσε τα παντζούρια σου και μου λέει δεν μπορώ. Κακός όμως δεν ήταν, περισσότερη ήταν η τρομάρα για τις κοπέλες παρά ο κίνδυνος. Ακόμα, στην Αρβανιτιά πήγαιναν κάνα δυο γεροντάκια να πάρουν μάτι. Οι τουρίστριες που κοιμόντουσαν με τα σλήπιγκ-μπαγκ εκεί έξω, στα πεύκα δίπλα στη θάλασσα, μπορεί να παραπονιόντουσαν για τους ματάκηδες αλλά στην πραγματικότητα γι αυτό το πράγμα έρχονταν, να περάσουν καλά.
Σήμερα τα καμάκια δεν υπάρχουν πλέον, γιατί τα ήθη ελευθερώθηκαν πολύ, δεν υπάρχει αυτή η πείνα που κυριαρχούσε τότε. Τα παλιά καμάκια όμως, ζουν και βασιλεύουν, έχουν γεράσει βέβαια, ορισμένα πέθαναν. Πάνε πότε-πότε το χειμώνα, στη Γαλλία ή τη Γερμανία να βρουν τις γκόμενές τους, μένουν κάνα δυο μήνες, ξανάρχονται. Άλλοι, παντρεύτηκαν ξένες, έχουν τώρα παιδιά κι εγγόνια. Δεν υπάρχει πλέον αυτό το περιπετειώδες, το κυνήγι για το κυνήγι, το υψηλό σπορ. Όλα έχουν γίνει πιο νερόβραστα. Εγώ βέβαια ήμουνα παντρεμένος κι ήταν αδύνατον να ζήσω σαν καμάκι, παρά τις ευκαιρίες που πρόσφερε το ξενοδοχείο. Για να σου πω την αλήθεια μου όμως, προτιμώ εκείνη την εποχή, γιατί είμαστε νέοι κι εμείς και ζούσαμε για ένα φιλότιμο, για να θυμώνται οι τουρίστριες το Ναύπλιο και την Ελλάδα με αγάπη. Την δικιά μας την αγάπη, που τόσο απλόχερα προσφέραμε…
 

Από τη συλλογή διηγημάτων Αποστολή στην Αμαζονία,

Εκδόσεις Απόπειρα, 2015

Advertisements
Αρέσει σε %d bloggers: