Φρέσκα

ΑΝΘΡΩΠΟΙ ΚΑΙ ΤΕΤΡΑΓΩΝΙΚΑ

της Έλενας Γεωργαλά

 

Σπίτι μας λέγαμε και καλά καλά δεν ξέραμε τι σήμαινε. Λέγαμε σπίτι και το λατρεύαμε άγονα, καλά καλά δεν ξέραμε που είναι, τι μας δίνει, τι μας ζητάει.

Μα το σπίτι μας, δεν βρίσκεται πάντα εκεί που το βλέπουμε. Οικεί μέσα μας. Και εκδηλώνεται κάποτε σαν αλήθεια διάχυτη ολούθε, όταν μια μετακόμιση ad hoc σε εξαναγκάζει να επανατοποθετήσεις τον ορισμό του.
Στο αληθινό σου σπίτι όλα τα πράγματα έχουν βρει την ακριβή λειτουργική τους θέση, και ίσως να έφτασαν κάποτε να αποκτήσουν την δύναμη συμβόλου. Ένα καλοξυσμένο Faber Castell στο κομοδίνο, μια παιδική ζωγραφιά στον τοίχο, ένα φρεσκοπλυμένο σεντόνι που το δέχεσαι ευχάριστα πάνω σου χαράματα Ιούλη μήνα.

 

Εκεί ο χρόνος δεν έχει ποτέ σημασία, μήτε ξέρεις αν είναι πρωί ή βράδυ. Έχεις πετάξει τους δείκτες των ρολογιών απ’ το μπαλκόνι, είτε γιατί σου ήταν αφόρητο το τικ – τακ τους, είτε γιατί έχεις διατελέσει ο ίδιος ρολόι.

 

Μύρια τα πλούτη του, γιατί η αγάπη που το κατοίκησε εξ’ αρχής, έμπηξε πασσάλους γερούς στη γη, και καλωσόρισε λογής λογής αστροπελέκια. Λιγοστά τα τετραγωνικά του, αλλά με μια απλοχωριά, που’ ναι κατά πως λεν υγεία. Και εσύ, θρασύ και ανέγνοιο παιδάριο, να κυκλοφορείς μέσα του ξυπόλητο, με μια καρδιά αθώα, που άλλο δεν της απόμεινε από το να παραμυθεί εαυτήν. Εκεί, κανένα δόγμα σου δεν έχει πέραση, μήτε τα συνηθισμένα σου “mea culpa”. Μόνο οι φωτιές σου καίνε ανεξέλεγκτα. Και ότι αγάπησες, στο απυρόβλητο.

 

Και τι δεν άκουσαν οι τοίχοι του! Κλάματα, παράπονα, ερωτικές κραυγές, παιδικά κάλαντα, μουγκές απελπισιές, αλλά και μυστικά, μπιστεμένα από τον βυθό των ανθρώπων που το κατοίκησαν ή το επισκέφτηκαν εν καιρώ. Α, και στίχοι ακούστηκαν κει μέσα! Στίχοι που γίνανε συνθήματα και ασπίδα, που βάσταξαν το ίσιο των ημερών μας, και ήρθαν και γλύκαναν τα πρόσωπα και νιώσαμε ανθρωπινότερα.
Το σπίτι το αληθινό σου, με την πλούσια χλωρίδα και πανίδα του, έχει την δική του γεωγραφία. Ορμητικούς Ρουβίκωνες που δεν στάθηκες αρκετά γενναίος να τους περάσεις, ένα παγωμένο Δούναβη που σε χώρισε σε Βούδα και Πέστη, κρυφές πρασινάδες, πολλούς ήχους νερών, και ένα λύκο. Αυτόν, τον διαρκώς υπαγορεύοντα μέσα σου, με την πολυτελείας μνήμη του. Τον που φεγγοβολεί, με μάτια που δε θα σου δώσουν ποτέ συγχώρεση.

 

Το σπίτι το αληθινό σου μπορεί να είναι μια σοφίτα, το αυτοκίνητό σου, ή ένα κουζινάκι όπου μια μέρα έφτιαξες τα καλύτερα γεμιστά του κόσμου. Μέσα του θα ενδημεί ότι σε ημέρωσε και σε θησαύρισε, και ότι χάθηκε, όχι παρά την αξία του, αλλά λόγω αυτής.

 

Και σαν έρθουν άνθρωποι και καιροί βαρβαρίζοντες, που ορίζουν και επιτάσσουν, θα’ ναι τούτο το εντός σου το σπίτι, το χελωνίσιο σου, που θα σου δώσει την δύναμη να φωνάξεις: « Ανοίξτε τις πόρτες κύριοι! Λύεται η σύμβασις!».
Advertisements
Αρέσει σε %d bloggers: