Φρέσκα

Στο Μπραχάμι μιας άλλης εποχής…Τάκης το «ψιλό», Ζωγράφος το «χοντρό»

του Φευγάτου

Η τέχνη, η φιλοσοφία και τα… χιλιάρικα.
Τάκης το «ψιλό», Ζωγράφος το «χοντρό», που θα έλεγε και ο Φωτόπουλος. Δεν ήταν Μπραχαμιώτης, αλλά έγινε γρήγορα ένας από τους αξέχαστους τύπους της Πλατείας, που έδωσαν χρώμα στη ζωή μας, τα δύσκολα χρόνια της αναζήτησης, εσωτερικής και εξωτερικής.
Όνομα και πράγμα ο Τάκης. Ήταν Ζωγράφος και μάλιστα καλός με σπουδές και ταλέντο. Από οικογένεια γνωστή, με στρατηγούς και ιατροφιλοσόφους, και… Πύργο για πατρικό στο Παλαιό Φάληρο. Ήλθε στο Μπραχάμι τα χρόνια που άλλαζαν πολλά πράγματα, στις αρχές της δεκαετίας του ’70. Άνοιξε μαγαζί στην πλατεία. Γωνία απέναντι από του Σκαβάντζου. Πίνακες, έργα-τέχνης, κορνίζες. Η προσωποποίηση της τρέλας του αναρχοαυτόνομου. Με ένα χιούμορ που έκοβε γιαούρτι σε μακαρόνια και μια εξυπνάδα που άκουγε τα μυρμήγκια να αλλάζουν βήμα.
Εκείνο το μαγαζάκι με τις κορνίζες έγινε στέκι νεολαίας που άκουγε τον Τάκη να λέει για τις περιπέτειες και τα ταξίδια του. Πολύγλωσσος, είχε ταξιδεύσει μέχρι Αυστραλία, όπου χρημάτισε κάποιο φεγγάρι… Καπουτσίνος καλόγερος!
Σπάνια ζωγράφιζε. Δεν ήθελε. Μόνο παραγγελίες, καμιά  γυμνή ή ημίγυμνη «ιδανικός πίνακας για γκαρσονιέρες», όπως έλεγε ο ίδιος. Το χρήμα (που το ξόδευε μέχρι δεκάρας) έβγαινε από τις κορνίζες. Είχε δική του πατέντα, ένα είδος πλαστικού, που το έχυνε σε φόρμες  που είχε σκαλίσει σε γύψο, και μετά το κολλούσε στο ξύλο της κορνίζας, έβαζε από πάνω και λεπτά φύλλα πραγματικού χρυσού και έφτιαχνε φοβερές κορνίζες, «γυφτομπαρόκ» όπως έλεγε.
Στην πίσω μεριά του καταστήματος, που χώριζε με μια κουρτίνα, είχε τον πάγκο που έφτιαχνε τις κορνίζες, με μια ταμπέλα που είχε ζωγραφίσει και έλεγε «Εδώ φιλοσοφούνε και τρώνε». Εκεί μαζευόμασταν για να ακούμε τον «δάσκαλο».
Πολλοί ήταν οι «θαμώνες» εκείνου του μικρού χώρου, με τις απίστευτες συζητήσεις και καυγάδες. Από τους βασικότερους ο Γιάννης ο Κοτζιάς που θεωρούσε τον εαυτό του ειδικό στη φιλοσοφία, ο Γιώργος ο Μπομπέτσης που είχε αρχίσει ψυχολογία στου Δολιανίτη και ο γράφων που γενικά άκουγε και έβγαζε… φωτογραφίες (ούτε μια δεν υπάρχει, μια και χάθηκαν όλες σε κάποια μεταφορά).
Ο Τάκης λοιπόν, εκτός από την τέχνη και τη φιλοσοφία, μιλούσε πάντα για ρεαλισμό και «σκληρή πραγματικότητα». Θεωρούσε ότι χωρίς ρεαλισμό δεν υπάρχει ούτε τέχνη ούτε φιλοσοφία.
Μια μέρα, σε περίοδο με μεγάλα κεσάτια από κορνίζες μεριά, πάμε με τον Μπομπέτση και τον βρίσκουμε να ζωγραφίζει ένα φρικτό πράγμα. Μπλε καράβι με κίτρινη γάτα, και κάτι τέτοια. Μείναμε κάγκελο. «Τι είναι αυτά δάσκαλε; Που είναι ο ρεαλισμός; Αυτά που ζωγραφίζεις δεν υπάρχουν». Άφησε τα πινέλα, χαμογέλασε και είπε: « Ήρθε η ώρα για το βασικότερο μάθημα ρεαλισμού. Λοιπόν, το καράβι υπάρχει; Δεν υπάρχει. Κίτρινη γάτα υπάρχει; Δεν υπάρχει. Τα πέντε χιλιάρικα υπάρχουν; Νάτα!» και βγάζει από την τσέπη του 5 χιλιάρικα και μας τα κάνει βεντάλια, λέγοντας: « Με αυτά τα 5 χιλιάρικα που πλήρωσε ο καλός άνθρωπος που έκανε παραγγελιά τον πίνακα, θα πληρωθεί το ενοίκιο, θα πίνουμε κάθε μέρα πίπερμαν με παγωτό στο ζαχαροπλαστείο και θα πάμε και στο Καλαμάκι για καβούρια και ρετσίνα. Αυτός είναι ο ανώτατος ρεαλισμός. Το ότι χωρίς τα χιλιάρικα δεν γίνεται τίποτα!».
Να δείτε που τον πιστέψαμε. Καταλάβαμε έτσι νωρίς-νωρίς ότι το πρόβλημα δεν ήταν τα χιλιάρικα, αλλά το πώς τα κέρδισες και το τι τα κάνεις. Εκεί βρίσκεται το ζουμί που έλεγε ο Τάκης το «ψιλό», Ζωγράφος το «χοντρό».
Advertisements
Αρέσει σε %d bloggers: