Φρέσκα

Η ΖΥΓΑΡΙΑ

«Τόσο μεγάλος ήταν ο έρωτάς του γι’ αυτήν, που θα μπορούσε να είχε δώσει μια σπρωξιά και να’ χει ανοίξει το σκέπασμα του φέρετρου του- αν το λουλούδι που είχε ακουμπήσει εκείνη πάνω σ’ αυτό δεν ήταν τόσο βαρύ…»
Paul Celan

Τη ζυγαριά αυτή, με κορμό από χάλυβα, μήτε που θυμόταν πότε και ποια μοίρα την τοποθέτησε στη ζωή του. Η σύγκριση της μάζας και της αξίας, του έγινε σκοπός, στον οποίο τάχτηκε απόλυτα σίγουρος για τη δυνατότητα επιτυχίας του.
Έξω από το παραθύρι του μια ροδιά έβγαζε φύλλα και αυτός ζύγιζε και ζύγιζε. Αυτά που χρειαζόταν και εκείνα που ήθελε. Ζύγιζε και ζύγιζε. Ότι τον βούλιαζε και ότι τον έσωζε.
Την είχε απιθώσει στη σταθερή επιφάνεια ενός μικρού τραπεζιού, που δεν   χρησιμοποιούσε για τίποτε άλλο. Τα προς ζύγιση αντικείμενα τα τοποθετούσε στους δίσκους ζύγισης με ακρίβεια αργυροχρυσοχόου, και αρέσκονταν να τη βλέπει να ταλαντώνεται για αρκετό χρονικό διάστημα πριν ισορροπήσει.
Έξω από το παραθύρι του μια ροδιά τίναζε μπουμπούκι
…και αυτός ζύγιζε και ζύγιζε. Ακριβοπληρωμένες φτήνιες και αδαπάνητους θησαυρούς ζωής. Ζύγιζε και ζύγιζε. Λόγια που ειπώθηκαν και άλλα που δεν.

 

Ο ίδιος, άνθρωπος με βάρος, σοβαρός, νοιαζόταν για τη ζωή του και τη συνέπειά του. Τρίζαν τα σανίδια στο βάρος του, στα μεγάλα βήματά του, έτσι δρασκελώντας ανάμεσα σε μικρόσωμους και αδύναμους ανθρώπους. Ένας αητός για τις κορφές ήταν, να πλανάρει πάνω από τον κόσμο χωρίς σάλεμα φτερούγας, και όλοι γύρω του σπουργίτια. Υπεύθυνη για όλα αυτά ήταν η ζυγαριά του, η αλάθητη, που τον οδηγούσε πάντα στις σωστές αποφάσεις. Αυτή, η αγία τράπεζα του σπιτικού του, η κουκουβάγια της στέγης του!
Έξω από το παραθύρι του μια ροδιά ανθοφορούσε
…και αυτός ζύγιζε και ζύγιζε. Εκείνα τα δικά του που μοιάζαν ξένα, αυτά που κατείχε και ήταν χαμένα. Ζύγιζε και ζύγιζε. Ανθρώπους μπονζάϊ, ανθρώπους κυπαρίσσια.
Σίγουρος για τις τίμιες προθέσεις του, έστησε το οικοδόμημα της ζωής του με φρόνιμες ταχτικές, και περπάτησε τον βίο του με την πρέπουσα πειθαρχία. Είχε θέσει με επιμέλεια σχέδια και αξίες, καταρτίζοντας ένα κανόνα ζωής όπου όλα με ακρίβεια προβλέπονταν. Με κράτιστη πάντων την ζυγαριά του, μάζευε χρυσό και ασήμι, και ευφραινόταν βλέποντας πλούτη να στοιβάζονται γύρω του. Οι άλλοι τον μακάριζαν, ενίοτε δε τον φθονούσαν, αλλά αυτός δεν απαντούσε. Κανενός ο εαυτός σε άλλους δεν εξηγιέται.
Έξω από το παραθύρι του μια ροδιά γένναγε καρπό
…και αυτός ζύγιζε και ζύγιζε. Κηφηναριά και αηδόνια. Ζύγιζε και ζύγιζε. Τα χρόνια του τα ολάνοιχτα που χάρισε σε σκυλιά, τα σκύβαλα που τον τάισαν.
Τα χέρια του έμαθαν πια πιότερο να λογαριάζουν παρά να αισθάνονται. Η ματιά του, που όταν κάποτε τη στύλωνε στα κορίτσια άναβαν ολούθε τα αίματα, ήταν πλέον στεγνή. Ένας ώριμος άνθρωπος ήταν. Ένα στάδιο πριν το σάπισμα. Ένιωσε κάτι μέσα του να σώνεται. Ήρθε και μονώθηκε, μανταλώθηκε στη μοναξιά του, και πίσω από τειχιά πάλευε με πάθη και παθήματα, ένας πασσαλωμένος Προμηθέας. Μέχρι και τα ένστικτά του απελπίστηκαν μαζί του. Τον συντρόφευσε η μελέτη, σκληρή και αυτή, του φώτισε τι είχε χάσει.
Έξω από το παραθύρι του μια ροδιά φυλλορροούσε
…και αυτός ζύγιζε και ζύγιζε. Την ευαισθησία της απλής γνώσης και την αλαζονεία της διανόησης. Ζύγιζε και ζύγιζε. Το φρούδο έργο του και το «αχ» μιας αγάπης.
Ήταν Μάης και Σαββάτο όταν πληροφορήθηκε πως η άδεια που του είχε δώσει ο Αρχάγγελος είχε σωθεί. Η ζυγαριά πάνω στο τραπέζι άστραφτε σιωπηλή σαν κιβούρι… Αποφάσισε να ζυγίσει τον εαυτό του. Με τόσα άδεια και αβαρή που τον συνιστούσαν, το αληθινό του βάρος ήταν ακριβώς όσο ένα σπυρί ροδιού.
Advertisements
Αρέσει σε %d bloggers: