Φρέσκα

Οδός Πίνδου αρ. 29, Μπραχάμι

της Αλκυόνης

Η ιστορία είναι απολύτως αληθινή και αφορά ανθρώπους που έχουν ζήσει στο Μπραχάμι. Τα ονόματα και οι χαρακτήρες έχουν παραποιηθεί για ευνόητους λόγους…

Ανάμεσα σε δύο χορταριασμένα οικόπεδα ήταν το σπίτι. Τόσο παράξενα και περίεργα κτισμένο που δεν μπορούσες να μην απορήσεις με το γούστο των ανθρώπων που το κατοικούσαν. Το μισό σοβατισμένο, με κάτι βυσσινί χρωματιστά παράθυρα, διαφορετικό σχέδιο το ένα από το άλλο και μια στενή πόρτα ξύλινη με φεγγίτη. Αγορασμένα όλα από μάντρα με υλικά κατεδαφίσεως. Το άλλο μισό σπίτι, με τσιμεντόλιθους και σιδερένια πορτοπαράθυρα βαμμένα με μίνιο. Αυτό ήταν το «μαγαζί». Έτσι το έλεγε η Κρυστάλω. Εκεί στο μαγαζί ξημεροβραδιαζόταν και έπλεκε καρέκλες από ψάθα για να ζήσει τα τρία παιδιά της. Η Κρυστάλω η καρεκλού, μια γυναίκα από κείνες που όταν τις έβλεπες νόμιζες ότι γεννήθηκαν γριές. Ήταν άσχημη και κακοσουλούπωτη. Δεν είχε το χρόνο ούτε και τη διάθεση να φροντίσει την εμφάνιση της. Πάντα κουρεμένη σαν άντρας με ρούχα εργατικά. Καλόκαρδη και χορατατζού, καταγόταν από ένα χωριό των Τρικάλων και μιλούσε με βαριά βλάχικη προφορά. Αξημέρωτα άνοιγε το μαγαζί και στρωνόταν στη δουλειά. Στο βάθος του μαγαζιού υπήρχε ένα τραπέζι με ξεθωριασμένο μουσαμά και το πετρογκάζ επάνω. Αλάτι, λάδι, μια κατσαρόλα και κανά δυο κουτάλες, ήταν όλο το μαγερειό της. Το φαΐ πάντα λαδερό για να χορτάσουν τα παιδιά, βουτώντας μπόλικο ψωμάκι στη σάλτσα. Όταν γύριζαν από το σχολείο έπαιρναν την κατσαρόλα, πήγαιναν δίπλα στο σπίτι να φάνε και να διαβάσουν.
Τα ψώνια η Κρυστάλω, για να μην καθυστερεί τη δουλειά της, τα είχε φορτώσει με το αζημίωτο στη φίλη της την κυρά Χρυσάνθη την αυγουλού. Την ώρα που γύρναγε στις γειτονιές για να πουλήσει τα αυγά της, δεν της έκανε κόπο να αγοράσει και λίγα τρόφιμα να τα πάει στην Κρυστάλω. Έψηναν καφέ και έκαναν ένα μικρό διάλειμμα τρώγοντας λίγο από το φρέσκο ψωμάκι που έφερνε η Χρυσάνθη.
Πάνω σε ένα ράφι μέσα στο «μαγαζί», ήταν ακουμπισμένο ένα παμπάλαιο ραδιόφωνο που έμοιαζε σαν καθεδρικός ναός με τα τοξωτά του παράθυρα. Δεν το έκλεινε ποτέ, ούτε άλλαζε σταθμό, ήταν στη συχνότητα κάποιου ερασιτέχνη, που έπαιζε λαϊκά και έκανε αφιερώσεις. Ο Καζαντζίδης, ο Μενιδιάτης, ο Αγγελόπουλος, ο Ρεπάνης και ο Διονυσίου διασκέδαζαν την Κρυστάλω και τους φίλους της. Έφευγε η Χρυσάνθη, ερχόταν πάντα κάποιος άλλος να την συντροφέψει, άνεργος και χασομέρης. Πότε ο Παντελής με μια μπουκάλα κρασί, μετά ο Λουκάς κουβαλώντας στραγάλια και σταφίδες.
Πήγαινε και ο Τάκης ένας δεκαεπτάχρονος νεαρός με ένα πανέμορφο πρόσωπο σαν κοριτσίστικο. Για να λέμε και την αλήθεια όλα κοριτσίστικα ήταν επάνω του, φωνή, δέρμα, κορμί και μάτια με πυκνές βλεφαρίδες. Έπαιρνε τα ψαθιά που περίσσευαν και έφτιαχνε φούστες όπως αυτές που φορούν οι χαβανέζες. Άμα μερακλωνόταν τις φόραγε και χόρευε τσιφτετέλι, μετατρέποντας το καρεκλάδικο σε καφέ Αμάν. Μια μέρα πέρασε ο πατέρας του, άκουσε το γλέντι, είδε σε αυτή την κατάσταση το γιό του, μπήκε μέσα, τον πλάκωσε στα χαστούκια, πέταξε την αχυρένια φούστα στα μούτρα της Κρυστάλως, έβρισε την μαύρη μοίρα του, και έφυγε τρέχοντας και βλαστημώντας να συνεχίσει στο σπίτι του τον συνετισμό του Τάκη.
Η Κρυστάλω ότι και να συνέβαινε δεν διέκοπτε τη δουλειά της. Τα χέρια της ασταμάτητα και με δεξιοτεχνία, μετέτρεπαν τα ξύλινα τελάρα σε καλοπλεγμένες καρέκλες. Μόνο τις Κυριακές δεν άνοιγε το μαγαζί. Έπαιρνε τα παιδιά και πήγαινε στην εκκλησία, ότι καιρό και αν έκανε ακόμα και αν έριχνε χαλάζι! Μετά τον εκκλησιασμό πήγαινε στην αδελφή της στο Μενίδι για να φάνε όλοι μαζί.
Για χρόνια αυτή ήταν η ζωή της, ψαθιά, καρέκλες, εκκλησία, Μπραχάμι – Μενίδι. Τα παιδιά μεγάλωσαν. Τα αγόρια πέρασαν στο Πολυτεχνείο, η κόρη της στη Φιλοσοφική. Το μαγαζί το μετέτρεψαν σε ένα δυαράκι και το νοικιάζουν πια. Η Κρυστάλω πήρε σύνταξη και πάει κάθε μέρα στην Χρυσάνθη την αυγουλού που την πονάνε τα πόδια της και δεν μπορεί να περπατήσει ούτε μέχρι την άλλη γωνία. Έτσι την περιμένει να της πάει τα ψώνια και τα νέα από τον έξω κόσμο.
Όταν καμιά φορά πάω στην εκκλησία του Αγίου Βασιλείου, ρίχνω κλεφτές ματιές στην Κρυστάλω που καθισμένη στο δικό της στασίδι, δώρο του γιού της του αρχιτέκτονα, προσεύχεται. Δεν ξέρω αν φταίει το φως που περνάει από τα χρωματισμένα τζάμια ή αυξάνεται η μυωπία μου, όμως η Κρυστάλω έχει ομορφύνει, με εκείνη την ομορφιά που ακτινοβολεί και λάμπει από τα βάθη της καλοσυνάτης, απλοϊκής και άδολης ψυχής της.
Advertisements
Αρέσει σε %d bloggers: