Φρέσκα

Ρίζες

της Έφης Καραμιχάλη
 
Οι ρίζες του πατέρα μου έφταναν μέχρι την Σμύρνη. Οι γονείς του, ο Χριστόδουλος και η Κρυσταλλένια, πρόσφυγες το ‘22 έφτασαν στην Αλεξανδρούπολη φέρνοντας μαζί τους την αδελφή του και ότι μπορούσαν να κρατήσουν τα δυο τους χέρια. Τους έδωσαν μετά τα παραπήγματα ένα κομμάτι γη στη γειτονιά που μεγάλωσα κι εγώ. Έχτισε ο Χριστόδουλος δυο κάμαρες, φώλιασαν εκεί μέσα την προσφυγιά τους, και πάλευαν να ξαναστήσουν το νοικοκυριό τους προσπαθώντας να ξεχάσουν αυτά που άφησαν πίσω για να μπορέσουν να πάνε μπροστά.

Ο πατέρας φωτογραφημένος με τη θετή του μητέρα

Kι εκεί στα πρώτα χρόνια της σκληρής επιβίωσης, σάλεψε στην Κρυσταλλένια μέσα της μια νέα ζωή, ο πατέρας μου. Τον αισθανόταν η ταλαίπωρη Σμυρνιά για εννιά μήνες. Ονειρευόταν να του δώσει το πρώτο φιλί και την πρώτη αγκαλιά, να τον δει να μεγαλώνει. Πίστεψαν οτι άρχιζουν τα όμορφα της ζωής τους. Την τελευταία στιγμή όμως, πανω στη γέννα κάτι δεν πήγε καλά και το νήμα της ζωής της κόπηκε ακριβώς την στιγμή που ο πατέρας μου ερχόταν στον έξω κόσμο. Ούτε μια ανάσα της δεν πρόλαβε να του δώσει.

Τον πήρε ο πατέρας του και τον έφερε σ’ αυτήν την γειτονιά της λάσπης και της φτώχειας για να τον μεγαλώσει. Mε ένα βρέφος κι ένα κοριτσάκι κοντά στα επτά, γρήγορα κατάλαβε ότι δεν θα τα καταφέρει, κι έτσι βρέθηκε ο πατέρας μου στις πάνες ακόμη, υιοθετημένος στην αγκαλιά της καλύτερης φίλης της μάνας του, της Ευθυμίας και του Νικόλα. Ένα άτεκνο ζευγάρι που μαζί βίωσαν τον ξεριζωμό και τώρα καθόντουσαν στην ίδια γειτονιά.
Ο Χριστόδουλος πήρε το κορίτσι του και έφυγε. Ρίζωσε σ’ ένα κεφαλοχώρι κοντά δυο ώρες από την πόλη. Όμορφο χωριό που το διέσχιζε ένα ποτάμι. Εκείνα τα χρόνια κατέβαζε πολύ νερό, αργότερα στέρεψε και έμειναν μέχρι και σήμερα τα πετρόκτιστα βυζαντινά γιοφύρια του. Εκεί στην πλατεία του χωριού άνοιξε ένα καφενείο. Χήρος μ’ ένα παιδί και με εκείνη την Μικρασιατική σταρένια ομορφιά και λεβεντιά δεν άργησε να γνώρισει την Χάιδω κι εκείνη με ένα παιδί, άγνωστο όμως απο ποιόν. Είχε μια “πολυτάραχη” ζωή για τα δεδομένα της εποχής και του χωριού αλλά μέχρι να το μάθει ο νεοφερμένος Χριστόδουλος βρέθηκε παντρεμένος μαζί της.
Σε κάνα δυο χρόνια γεννήθηκε κι ένα παιδί. Το καφενείο πήγαινε καλά, αυτός εύρισκε ένα πιάτο φαγητό στο σπίτι και όλα αυτά που έφταναν στα αυτιά του κατά καιρούς έκανε πως δεν τα άκουγε. Θα ήταν πέντε – έξι χρόνια παντρεμένοι, ένα βράδυ γυρίζοντας πιο νωρίς απ’ το καφενείο βρίσκει την “καλή” του στο κρεβάτι με τον πρώτο της ξάδελφο. Έφυγε. Η νύχτα έκρυψε την ντροπή του και την απελπισία του. Περπατούσε μέχρι που ξημέρωσε. Κάπου ήθελε να φτάσει, ίσως στην αγαπημένη του Σμύρνη, στη γυναίκα που έχασε, στο γιό που άφησε πίσω … ποιος ξέρει. Με την ανατολή τον είδαν να πέφτει από ένα γιοφύρι. Ήταν 47 χρονών.
Ο πατέρας μου έμαθε ότι ήταν υιοθετημένος όταν ο βιολογικός του πατέρας είχε ήδη αυτοκτονήσει. Δεν τον συγχώρησε ποτέ που δεν ήρθε ούτε μια φορά να τον δει. Τον πονούσε αυτό. Ήταν ένα θέμα που δεν το ανοίγαμε ποτέ στο σπίτι. Και παρόλο που για την βιολογική του μάνα είχε πάντα μια γλυκιά κουβέντα να πει, όταν ανοίγαμε συζήτηση για τον Χριστόδουλο εκείνος σηκωνόταν και έφευγε.
Την αδελφή του δεν την είδε ποτέ. Η Χάιδω την έστειλε στην Αμερική μετά από κανένα χρόνο που “έφυγε” ο Χριστόδουλος κι εκείνη κατέβηκε να ζήσει στην συμπρωτεύουσα.
Ο θετός του πατέρας ο Νικόλας ήταν χαμάλης στο λιμάνι σε εκείνη τη “θάλασσα με τα σίδερα” τότε που όλα φορτώνοταν στην πλάτη και έφτανες στα γεράματα διπλωμένος στα δύο. Έκανε όμως ότι μπορούσε για να τον μεγαλώσει. Η λαχτάρα για ένα παιδί παραμέριζε τη φτώχια και την ανημποριά τους.
Σκέφτομαι πολλές φορές ότι η γενιά των παππούδων μου ήταν η πιο κακότυχοι και βασανισμένοι. Έζησαν την προσφυγιά, το βάναυσο ξεριζωμό, ήρθαν στην πατρίδα που δεν τους ήθελε, δώσαν σκληρό αγώνα για να ριζώσουν, να επιβιώσουν, ξεκινώντας απ’ το τίποτα και το μηδέν. Και κει που πήραν μιαν ανάσα ήρθε ο πόλεμος του ’40. Κουρασμένοι άνθρωποι. Αλλά και σκληροί πολλές φόρες. Η ανάγκη της επιβίωσης άφηνε το συναίσθημα να έρχεται δεύτερο. Δύσκολες εποχές για όλους. Γι αυτό προσπαθώ μερικές φορές να κατανοήσω και να δικαιολογήσω τις προσωπικές επιλογές και πράξεις αυτών των ανθρώπων με τα δεδομένα εκείνης της εποχής.
Ελαφρύ ας είναι το χώμα για όλους!!!
Advertisements
Αρέσει σε %d bloggers: