Φρέσκα

Ο Μινάρας

της Μιλένας Καλογεράκη
Μινάρας: λέξη που συναντάται στην ευρύτερη περιοχή της Πάτρας και σημαίνει μαλάκας. Ψάχνοντας την ετυμολογία της λέξης (το έταξα σε φίλο Πατρινό) βρήκα ότι είναι μάλλον ιταλικής προέλευσης, από το μίνα < υπόνομος, όρυγμα. Και μινάρω < ανοίγω υπόνομο, ετοιμάζω υπόνομο για έκρηξη, που μεταφορικά πήρε την έννοια του υπονομεύω κάποιον, επιδιώκω την καταστροφή του με κρυφά και ύπουλα μέσα (από λεξικό Τεγόπουλος-Φυτράκης).
Ο μινάρας, λόγω παρήχησης με υβριστικές εκφράσεις, κατέληξε να είναι συνώνυμο του μαλάκα. 
Οι Πατρινοί έχουν πάει το μινάρισμα σε άλλο επίπεδο, δεν θα παρέλειπαν δηλαδή να βρουν και παράγωγα.

  1. Μιναροκεφτές: Το κατώτατο είδος μινάρα. Ο εντελώς γελοίος και άχρηστος μαλάκας. Αν πεις κάποιον στην Πάτρα μιναροκεφτέ μπροστά σε γκόμενες, ετοιμάσου για κλωτσίδι. Μερικές φορές χρησιμοποιείται και ως φιλική επίπληξη ή προσφώνηση, αλλά μόνο μεταξύ κολλητών, π.χ. “Έλα ρε μιναροκεφτέ, πλάκα σου κάνω”.
  2. Μιναρολεβιές: Είδος οδηγού που ενδημεί στην τιμημένη πρωτεύουσα του νομού Αχαΐας. Είναι ο σπασαρχίδης ή παπάρας οδηγός, που δεν έχει αφήσει μαλακία για μαλακία που να μην την έχει κάνει με το αμάξι, π.χ. “Ρε μινάρα, σου λέω ανέβαινα χτες την Καρόλου και ένας μιναρολεβιές είχε διπλοπαρκάρει αριστερά στο δρόμο, αλάρμ τίποτα, στ’ αρχίδια του, και έδινε επικά γλωσσόφιλα στην πατσόλα γκόμενα ενώ γύρω του γινόταν ο χαμός”.
  3. Μιναρόμπεης: Ο αρχηγός στο μινάρισμα. Έχει και αρχοντικό ύφος (ως μπέης), π.χ. “Ποιος ρε μινάρα; Ο Ντούλης; Τι να μας πει κι αυτός; Έχει κάνει το μινάρισμα επάγγελμα ο μιναρόμπεης”.
  4. Μινάρω: Κυριολεκτικά σημαίνει μαλακίζομαι. Χρησιμοποιείται όμως κατά κύριο λόγο μεταφορικά προς όσους ξεστομίζουν ή κάνουν μαλακίες. Το λέμε επίσης και σε όσους το έχουν κάψει τελείως. Όταν είναι ενεργητικής φωνής με ενεργητική διάθεση μεταβατικό, σημαίνει κυριολεκτικά μαλακίζω (δεν χρησιμοποιείται συνήθως κατά κυριολεξία) και μεταφορικά τεμπελιάζω. Ενεργητικής φωνής με μέση διάθεση σημαίνει κυριολεκτικά μαλακίζομαι (δεν χρησιμοποιείται συνήθως κατά κυριολεξία) και μεταφορικά τεμπελιάζω και πράττω ανόητα, π.χ. «μινάρω τους κουλούς» = δεν κάνω τίποτα, κάθομαι άπραγος, «δεν θα τους πληρώνω τζάμπα για να μινάρουν όλη μέρα», (επί ατζαμή οδηγού, συνοδευόμενη με χειρονομία χούφτας σε γροθιά που πάλλεται πάνω κάτω): «ρε φίλε μινάρεις;»
 “Μινάρω σαν το παπί”: Έκφραση μεγάλης σπανιότητας και πρωτοτυπίας. Υπερθετικός του μινάρω. Κυριολεκτικά, επιδίδομαι συχνά στον αυνανισμό. Μεταφορικά, ξεστομίζω ή κάνω χοντρές μαλακίες.
(Λήμματα κι ορισμοί των λέξεων από πηγή: Slang.gr)

Θεούληδες οι Πατρινοί όταν χρησιμοποιούν την φράση, για να δώσουν έμφαση, «καλά ρε μαλάκα, είσαι εντελώς μινάρας;»
Αγαπάμε Πατρινούς κι ας είναι μινάρηδες (όπως συχνά αυτοαποκαλούνται).
Υ.Γ. Για τις Πατρινές, που είναι ένα κεφάλαιο μόνες τους, θα μιλήσουμε άλλη φορά. Επιγραμματικά θα αναφέρω μόνο τούτο: Πέσε στην αγκαλιά της Πατρινιάς, αρκεί να μην πέσεις στα χέρια της
Advertisements
Αρέσει σε %d bloggers: