Φρέσκα

Κώστας Γκουσγκούνης…ευτυχώς που πέρναγα

Σεξ… 13 μποφόρ 

της Βάγιας Ματζάρογλου*

Η συμβουλή-καταστάλαγμα της ζωής του: «Άμα υπάρχει υγεία και λειτουργούν τα ‘‘μηχανήματα’’, δεν έχω ανάγκη κανέναν. Μέχρι σήμερα, πάντως, τα μηχανήματα λειτουργούν άψογα».

Παρεμπιπτόντως, η «Αγνή του λιμανιού», το ντεμπούτο του Κώστα Γκουσγκούνη στο πανί, δεν ήταν τσόντα. Το είδος της ταινίας ήταν αισθηματικό, τους πρώτους ρόλους καταλάμβαναν ηθοποιοί καταξιωμένοι, όπως ο Αλέκος Αλεξανδράκης, ο Νίκος Ρίζος, η Έλενα Χατζηαργύρη, η Ελένη Ζαφειρίου και ο Γιώργος Μούτσιος, ενώ το σάουντρακ της παραγωγής της Finos Films, υπέγραφε ο Μάνος Χατζιδάκης. Ήταν το 1952. Τι προηγήθηκε; Και τι ακολούθησε; Άντρας με τα όλα του, αστραφτερός, μυστηριώδης, περίπου… σέξι, πραγματικό φαινόμενο. Από τις αρχές της δεκαετίας του ’70 μέχρι και τα μέσα του ’80, το καμάρι της Λάρισας Κώστας Γκουσγκούνης τόλμησε να ξαναγράψει τους κανόνες του παιχνιδιού που ίσχυαν στον ερωτικό ελληνικό κινηματογράφο και κέρδισε την απόλυτη αντρική υστεροφημία.

Ήταν άξιος! Ακόμα και οι σοβαροί κινηματογραφικοί κριτικοί με έφεση στις ψαγμενιές δεν κρύβουν το σεβασμό και το θαυμασμό τους. Η εξήγηση απλή: Τη στιγμή που το ελληνικό πορνό στηριζόταν σε πομπώδεις δακρύβρεχτες υποθέσεις και πετσόκοβε την «ουσία» στο μοντάζ, ο Κώστας Γκουσγκούνης, η Τίνα Σπάθη και το υπόλοιπο συνεργείο έκαναν την επανάσταση. Γύρισαν ταινίες μηδενικού μπάτζετ που δεν στηρίχτηκαν στην κλασική συνταγή, δεν πούλησαν μούρη και επίφαση καλλιτεχνικότητας, ούτε καν αισθησιασμό. Το μόνο που διεκδίκησαν ήταν μια θέση στη λαϊκή τέχνη και το κωμικό καλτ στερέωμα. Γέννημα θρέμμα της Λάρισας, μιας πόλης με παράδοση στη φωτογραφική τέχνη. Ο Κώστας Γκουσγκούνης μυήθηκε στα μυστικά της φωτογραφίας από τον πατέρα του Μίμη, μαθητή του διάσημου φωτογράφου Βαλσάμη, και άσκησε για κάποιο διάστημα το επάγγελμα στο θεσσαλικό κάμπο. Η απόφασή του να αναζητήσει την τύχη του στην πρωτεύουσα, όπου σκόπευε να ανοίξει φωτογραφείο, στάθηκε καταλυτική για την εξέλιξη της ζωής του. Μερικά μικρά κομπαρσικά περάσματά του από τον κινηματογράφο ήταν αρκετά για να του κολλήσει το μικρόβιο. Ξεκίνησε την καριέρα του το 1952, με την «Αγνή του λιμανιού», συνέχισε με αστυνομικές περιπέτειες και καθιερώθηκε προσφέροντας τις υπηρεσίες του στο είδος της σουρεαλιστικής σεξοκωμωδίας. Μοναδική hardcore ταινία του, «Ο ηδονοβλεψίας».

Ο Κώστας Γκουσγκούνης δεν υπήρξε όμορφος. Ήταν αυταράς, φαλακρός, με προβλήματα άρθρωσης. Δεν ξεχώριζε για τις βιρτουόζικες τεχνικές του στο πήδημα. Ωστόσο πήρε όλα τα λεφτά σε μια μορφή τέχνης με περιορισμένα, όπως και να το κάνουμε, υποκριτικά μέσα, πουλώντας μπρουταλιτέ, κραυγές ηδονής και απίστευτες ατάκες. Ήταν φευγάτος, κεφάτος, εναλλακτικός, σουρεαλιστής, πικάντικα κωμικός, ό,τι πιο «προχώ» μπορούσε να προσγειωθεί στις ελληνικές οθόνες εκείνης της εποχής. Οι σεναριογράφοι του το ήξεραν. Βιώνοντας δημιουργική δυστοκία, σύνηθες πρόβλημα στις ερωτικού περιεχομένου ταινίες, άφηναν τον Κώστα να αυτοσχεδιάσει. Όμως ο οίστρος σε στιγμές έξαψης είναι μάλλον περιορισμένος. Αποτέλεσμα; Η θρυλική πλέον ατάκα «θα σε γαμήσω» να είναι το πασπαρτού και η κατακλείδα κάθε απόπειρας συζήτησης. Ο Κώστας της οθόνης ήταν ένα απλό παιδί του λαού, ένας Νίκος Ξανθόπουλος του σεξ και του καράτε. Γερή κράση. Αρχετυπικός γαμιάς, δεν είχε τακτ, έλεγε ό,τι του κατέβαινε στο κεφάλι. Άλλωστε ποια γυναίκα ικανοποιείται με σικ συμπεριφορές στο κρεβάτι; Στην επιλογή συντρόφου δεν ήταν δύσκολος, στην επιλογή χώρου δράσης δεν έψαχνε βολικές λύσεις. Κοινώς ό,τι κάτσει, όπου κάτσει. Δεν άφησε παραπονεμένη καμία: ούτε νοικοκυρά με πρόβλημα στα υδραυλικά, ούτε τουρίστρια, αλλά ούτε και σύζυγο. Έσπειρε το ταλέντο του σε παραλίες κυκλαδίτικων νησιών, ραχούλες, ναυτιλιακά γραφεία, αθηναϊκά διαμερίσματα.

Υπήρξε μερακλής στον καφέ και την μπίρα. Δεν το έπαιξε διανοούμενος, δεν παινεύτηκε ποτέ ότι ξέρει ξένες γλώσσες. Επί της οθόνης, καμία εικονική επίδειξη δεξιοτεχνίας. Όλα πραγματικά, όλα φανερά, όλα ωμά, πρωτόγονα, ίσως και βρόμικα, όπως στην πραγματική ερωτική ζωή. Κάθε ταινία του ηγέτη αντιμετωπιζόταν όπως το «Βαθύ Λαρύγγι» στην Αμερική.

Από τις προβολές περνούσαν από χαβαλετζήδες φοιτητές μέχρι την κρεμ ντε λα κρεμ της κοινωνίας, όχι για να αναζητήσουν την «ανάταση», αλλά για να γελάσουν. Ουρές έξω από τους κινηματογράφους, παλλαϊκός ξεσηκωμός, διαδηλώσεις ανά την Ελλάδα ήταν κλασικά φαινόμενα. Η Θεσσαλονίκη έζησε εξαιτίας του τα πρώτα της μποτιλιαρίσματα. Με το που τελείωναν τα εργαστήρια στο Χημικό, η Εθνικής Αμύνης και η Αγγελάκη γέμιζαν από κόσμο που κατευθυνόταν με πορεία στον κινηματογράφο «Ελλήσποντο» κρατώντας λαμπάδες και κεριά. Κατά τη διάρκεια των προβολών το αφοσιωμένο κοινό, που είχε αποστηθίσει τις ατάκες, συμμετείχε ενεργά εξασκώντας τα αντανακλαστικά του. «Πού είναι τα πουλάκια σου;» ρωτούσαν εν χορώ οι παρέες από την πλατεία. «Εδώ είναι τα πουλάκια μου», απαντούσε ο Κώστας με απόλυτο συγχρονισμό από τη σκηνή. Η ιαχή «άξιος, άξιος» δονούσε την ατμόσφαιρα, ενώ η μυσταγωγία συμπληρωνόταν με το φως αναπτήρων. Παρά την αποθέωσή του, ο Γκουσγκούνης προσέγγισε τα μέσα του σταρ σίστεμ με επιφυλακτικότητα. Την εποχή της δόξας του έμεινε σιωπηλός και αθέατος από τα φώτα της δημοσιότητας. Χρυσός κανόνας, που όποιος τον εφάρμοσε δεν βγήκε χαμένος.

 

*Αναδημοσίευση από την Athens Voice

 

Advertisements
Αρέσει σε %d bloggers: