Φρέσκα

Στο Μπραχάμι μιας άλλης εποχής…Ιστορίες και μνήμες του Μάκη Παπούλια

Πόσο η φόρα ήταν μεγάλη


Κυκλοφόρησε  το βιβλίο του φίλου και συμπολίτη μας Μάκη Παπούλια με τον τίτλο «Πόσο η φόρα ήταν μεγάλη». Πρόκειται για μια εξαιρετική έκδοση 344 σελίδων της «Αλεξάνδρειας» όπου ο συγγραφέας αφηγούμενος την προσωπική του ζωή,  μέσα από  μια ιδιαίτερα συναρπαστική εξιστόρηση του βίου του και των γεγονότων των πρώτων χρόνων της μεταπολεμικής Ελλάδας μέχρι σήμερα, καταφέρνει και δίνει με μοναδικό τρόπο, διαστάσεις μυθιστορήματος στο έργο του, που ξεπερνά κατά πολύ τα όρια μιας Αυτοβιογραφίας.
Ο Μάκης Παπούλιας με υπαρκτά όλα τα δρώντα πρόσωπα, τα αφηγούμενα περιστατικά, αλλά και τον χρόνο που εκτυλίσσεται η όλη ιστορία (η ίδια του η ζωή δηλαδή), κρίνει, σχολιάζει, αποφαίνεται για όσες δραματικές, τραγικές κωμικές και ευτυχισμένες στιγμές  βίωσε με χειμαρρώδη και αποκαλυπτικό λόγο. Χωρίς ο ίδιος να θεωρεί τον εαυτό του πεζογράφο η ιστοριογράφο, ωθούμενος από την προσωπική του ανάγκη να μιλήσει για όσα συναρπαστικά και μη της ζωής του, δημιουργεί ένα μοναδικό έργο.
Οι imaginistes διαβάσαμε το βιβλίο απνευστί και το συνιστούμε ανεπιφύλακτα. Η πρώτη παρουσία του θα γίνει στις 20 Ιουνίου στις 8 το βράδυ στο Νομισματικό Μουσείο με ομιλητές τον Δήμαρχο Αθηναίων Γ. Καμίνη, τον βουλευτή Σπύρο Λυκούδη, τον οδοντογιατρό και οινολόγο Νώντα Σπυρόπουλο, τον εκδότη Γιώργο Χατζόπουλο, τον δημοσιογράφο Δημήτρη Τσιόρδα και τον Λάμπη Ντόλκα πρόεδρo Δ.Σ του Kantor. Συντονίστρια θα είναι η δημοσιογράφος Ελένη Αποστολοπούλου ενώ αποσπάσματα του βιβλίου θα διαβάσει η ηθοποιός Αγγελική Παπούλια.
Παραθέτουμε ένα πρώτο απόσπασμα από το βιβλίο του Μάκη Παπούλια που αναφέρεται στην μετοίκηση που κάνει η οικογένειά του στο Μπραχάμι, που θα μπορούσε να είναι φόρος τιμής για μερικές ακόμα εκατοντάδες, για να μην πούμε χιλιάδες εσωτερικών μεταναστών, που στέγασαν με χίλια βάσανα τη ζωή και τα όνειρά στο Μπραχάμι.

 Χρ.Πιπ.

  1. «Mετακόμιση στο Μπραχάμι

Πάει πολύς καιρός που είχαμε πια μετακομίσει στο Μπραχάμι, πάλι στο νοίκι, στην οδό Πελοπίδα 1, γιατί η μάνα μου ήθελε να είναι κοντά στους συγγενείς της, στον αδερφό της τον Χάρη και την αδερφή της τη Λέτα. Βρήκε κι αγόρασε ο πατέρας μου ένα οικόπεδο από τον Κώστα Ζαχαριά, άνθρωπο καθαρό και μπεσαλή, με διακόσιες δραχμές δόση τον μήνα. Εκεί σκάρωνε το εκτός σχεδίου σπίτι μας, όπως έκαναν όλοι τότε. Ήταν ζήτημα αν υπήρχαν δυο-τρία σπίτια σε μια απέραντη περιοχή με σταροχώραφα τεμαχισμένα σε οικόπεδα των 300 μέτρων αλλά και με πολλά κοπάδια πρόβατα. Τόλμησε πάλι ο πατέρας μου, πήρε οικόπεδο σε μια έρημη περιοχή, για να αποδειχθεί αργότερα ότι έκανε σωστή αγορά. Μοίρα καλή μας έφερε στο Μπραχάμι, μιας και συνδέσαμε τη ζωή της οικογένειάς μας με τον τόπο αυτό. Καινούργιες παραστάσεις και εντυπώσεις.

Το Μπραχάμι έμοιαζε λίγο με το χωριό μας το Ψάρι: δίπατα πέτρινα σπίτια με αυλή, αγροτικά εργαλεία και ζώα στις αυλές, μαντριά και τσοπάνηδες, χωματόδρομοι παντού, κοινόχρηστα πηγάδια, μεγάλες εκτάσεις με στάρια, αλώνια στο νέο τέρμα των λεωφορείων, μάντρες με υλικά οικοδομών και πόρτες,παράθυρα και καδρόνια μεταχειρισμένα από κατεδαφίσεις νεοκλασικών της Αθήνας.

Τα καινούργια σπιτάκια, δωματιάκια μικρά δηλαδή, φύτρωναν σχεδόν κάθε βράδυ εκτός σχεδίου και βέβαια χωρίς καμιά οικοδομική άδεια. Το «συνεργείο» ήταν η κραυγή απόγνωσης μιας ολόκληρης γειτονιάς, όταν έφτανε η ομάδα που γκρέμιζε τα αυθαίρετα και η μάχη πολλές φορές ήταν συλλογική, σώμα με σώμα. Συνήθως κατέληγε σε συμπλοκή και μετά στο Αστυνομικό Τμήμα. Οι άνθρωποι του «συνεργείου», για την ευκολία τους, ανέβαιναν με σκάλα ξύλινη που κουβαλούσαν μαζί τους στην ταρατσούλα του αυθαίρετου, που οι τοίχοι του ήταν με τσιμεντόλιθους, ψευτοσοβαντισμένοι, για να εξασφαλίσουν κάποια δήθεν παλαιότητα, και από εκεί με λοστούς τρυπάγανε την πλάκα του μπετόν και αχρηστεύανε το δωματιάκι. Η μάχη δινόταν για να μην ανέβει το «συνεργείο» στην ταράτσα.

Αν το γλίτωνες, πολλές φορές με λάδωμα ή πολιτικό μέσο, ήσουν τυχερός. Άρχιζε όμως τότε ένας άλλος γολγοθάς. Φως, νερό και… καλά, για τηλέφωνο δεν γινόταν κουβέντα, έπρεπε να πας στο κοντινότερο μπακάλικο, γύρω στα τριακόσια μέτρα, και να σ’ ακούει όλη η γειτονιά. Το νερό η κάθε οικογένεια το εξασφάλιζε από πολύ μακριά με ξύλινα καροτσάκια που χωράγανε δύο ή τέσσερις γκαζοντενεκέδες. Κάθε πρωί έπρεπε να στηθείς στην ουρά με τις ώρες, να περιμένεις στη μοναδική για δεκάδες νοικοκυριά βρύση. Υπήρχε βέβαια και ο νερουλάς με το βυτίο που μοίραζε νερό, αλλά μοίραζε και ρουφιανιές στην αστυνομία για το ποιος χτίζει τι. Το φως, κατόρθωμα μεγάλο, δέκα σπίτια από το ίδιο ρολόι, ξύλινες κολόνες για τα καλώδια, κουλουβάχατα.

Σ’ αυτό το αυθαίρετο νταραβέρι του νερουλά, του αστυνόμου, του πολιτικού, του μπακάλη, της μάντρας με τα υλικά, του «συνεργείου», μπήκε και ο συνετός πατέρας μου και όλη η οικογένεια. Κίνητρό μας να γλιτώσουμε το μηνιάτικο νοίκι. Η περιπέτεια είχε, ευτυχώς, καλό τέλος. Πώς τα κατάφερνε αυτός ο ήρωας πατέρας μου να πληρώνει τόσες δόσεις; Το οικόπεδο με δόσεις, τα εμπορεύματα στο μαγαζί με δόσεις, τα υλικά του αυθαίρετου με δόσεις, νοίκι μαγαζιού, δύο παιδιά στο πανεπιστήμιο και ο Νικόλας φαντάρος.

Κάπως έτσι ζούσαν οι περισσότερες οικογένειες τότε. Ο καλός γείτονας, ο μπαρμπα-Κώστας ο Τσαούσης από τα Λαγκάδια, με εξαμελή οικογένεια, άρχισε το χτίσιμο κι αυτός με δόσεις, μπορεί και δωρεάν. Τσιμεντόλιθοι, ασβέστης, τσιμέντο, βαρέλι με νερό, κασμάδες, φτυάρια για τα θεμέλια, μυστριά, ζύγια και το δωματιάκι είχε αρματωθεί σε δύο μέρες ακριβώς, άλλες δύο για εξωτερικά σοβατίσματα, να μη φαίνεται καινούργιο, και άλλες δύο να σκεπαστεί με τσιμέντο, να πέσει η πλάκα. Το συνεργείο των μπετατζήδων του Βασίλη Σταθουλόπουλου με τα δυο αγόρια του, τον Νώντα και τον Δήμο, καλούπωναν σε χρόνο μηδέν και το επόμενο βράδυ, με τον τενεκέ στην πλάτη, έστρωναν την πλάκα. Όλα τα εργατικά, δώρα στους κοινούς αγώνες και την αγωνία που είχαμε για το αύριο, αλλά και χάρη στη συγγενική αγάπη που τρέφαμε ο ένας για τον άλλο.

Σχεδόν δίχως να στεγνώσει, ξεκαλουπώσαμε την πλάκα, μπήκε ο σοβατζής για τα εσωτερικά του αυθαίρετου, μεγάλος τεχνίτης ο κυρ Περικλής Κουκάς, γείτονας, καλός άνθρωπος με κατανόηση της φτώχειας που περνάγαμε όλοι μας. Από κοντά, μπήκαμε με τον Μίμη, με δύο ράντζα για κρεβάτια, μέσα στην υγρασία και κοιμηθήκαμε περιφρουρώντας το αυθαίρετο. Είχαμε αποφασίσει να στηρίξουμε το όνειρο του πατέρα μας και τις θυσίες που έκανε με τις δόσεις του, το θάρρος του, το κουράγιο του. Ήρθαν και ξαναήρθαν, μας πήγαν στο Τμήμα, όπου όμως διαπιστώναμε ανοχή, μάλλον είχε μιλήσει στον αστυνόμο ο θείος μας ο Χάρης Τσακόγιαννης που ήταν διευθυντής στο 1ο Δημοτικό Σχολείο, αδερφός της μάνας μου, σπουδαία προσωπικότητα, βαθυστόχαστος, προσιτός, αγαπητός σε όλη την πόλη.

Τελειοποιήσαμε το δωματιάκι, φτιάξαμε και ένα μικρό κουζινάκι… και ο καιρός πέρασε, πλησίαζε το καλοκαίρι… Μια και δυο μεταφερθήκαμε στο δικό μας σπίτι πια. Μεγάλη οικονομική ανάσα για τον πατέρα μου, είχε κερδίσει μια μάχη και είχαμε καιρό να τον δούμε έτσι, ήταν πολύ χαρούμενος.

Με τον Μίμη κοιμόμασταν έξω και κουβεντιάζαμε μέχρι αργά τα βράδια, για την αριστερά, που ήταν το πρώτο μας θέμα, για τα δύσκολα οικονομικά μας, τους έρωτές μας προπαντός, αφού είχαμε επιτυχίες… Δεν κρατάγαμε τίποτα κρυφό μεταξύ μας. O Μίμης ήταν όμορφος, είχε πλούσιο μαλλί και γυμνασμένο κορμί, ένα φεγγάρι πήγε και για παλαιστής, ήταν τολμηρός, καλός κουβεντιαστής και άριστος καρδιοκατακτητής , οι επιτυχίες του στα κορίτσια ήταν μοναδικές. Είχαμε πάντα έναν μικρό ανταγωνισμό σ’ αυτό τον τομέα και γελάγαμε πολύ όταν αρχίζαμε τις διηγήσεις για τις κατακτήσεις και τα μελλοντικά μας σχέδια.

Γρήγορα με τον Μίμη στήσαμε μπροστά στο οικόπεδο ένα μονόζυγο για ασκήσεις και γυμναστική, λες κι αυτό μας έλειπε… και για να πειράζουμε τα κορίτσια και τις γειτόνισσες που πέρναγαν από τον δρόμο. Παιδιάστικα μυαλά. Η μάνα μας είχε κιόλας βάλει μπρος ένα περιβόλι και είχαμε αποκτήσει και τις πρώτες κότες. Στο διπλανό οικόπεδο η Κούλα και ο Κώστας, παντρεμένο ζευγάρι, είχαν στήσει το δικό τους νοικοκυριό. Αυτός ήταν εισπράκτορας λεωφορείου, η Κούλα, γεροδεμένη, για όλες τις δουλειές, πανέμορφη, μια ζωντανή κούκλα, δούλευε σ’ εργοστάσιο. Ζούσαν μέσα σ’ ένα ξύλινο έτοιμο κουτί για σπίτι, σκεπασμένο με πισσόχαρτο για τη βροχή, καλότατοι γείτονες που γρήγορα μας συνέδεσε μοναδική φιλία.

Τις Κυριακές κάναμε δουλειές, πολλές δουλειές. Ήμαστε χύμα μες στον δρόμο, χρειαζόμασταν μάντρα, πόρτα, τσιμέντα γύρω γύρω από το αυθαίρετο και δεύτερο δωμάτιο που προγραμμάτιζε ο πατέρας μας. Είχε συμφωνήσει και η μάνα να πουλήσουν το σπίτι στο χωριό, δεν έβλεπε επιστροφή, προσπαθούσε να ριζώσει στο Μπραχάμι. Στο μπακάλικο της γειτονιάς μας, στον κυρ Κώστα Κωστόπουλο, κάναμε όλα τα καθημερινά ψώνια. Έδινε και βερεσέ σε πολλούς που το είχαν ανάγκη, κάτι πολύ συνηθισμένο εκείνη την εποχή… Για κούρεμα πηγαίναμε στον κυρ Βασίλη Βερέκο, στην πλατεία του Αγίου Δημητρίου. Συνήθως έλειπε στο καφενείο ή στο διπλανό μαγαζί… Καλός μάστορας, χαρούμενος κουρέας, πολιτικοποιημένος, άνθρωπος με τα όλα του. Στο τέλος του κουρέματος μας έβαζε και κολόνια λεμόνι,έστελνε και τους χαιρετισμούς του στον πατέρα μου.

Μετά από δεκαπέντε χρόνια απουσίας, ο πατέρας μου κατέβηκε στο Ψάρι, στο χωριό του. Τολμηρό βήμα και δύσκολο. Έναν λόγο είχε, να πουλήσει το σπίτι, να πάρει μετρητά και να φτιάξει ένα δωματιάκι ακόμη στο Μπραχάμι. Δεν μπορούσε να βρει άλλη λύση, πονούσε βαθιά μέσα του, αλλά δεν το έδειχνε. Όταν έφτασε στο χωριό, ανέβηκε τα σκαλιά, άνοιξε την πόρτα, είδε αδειανό και λεηλατημένο το σπίτι μας, το παραγώνι χάλια. Κόμπιασε. Δάκρυσε. Προχώρησε μέσα στη σάλα, το ίδιο… Η νύφη του, η Φωτεινή από δίπλα, του είπε: «Περνάγανε, Βασίλη μου, οι αντάρτες, μένανε  ένα βράδυ, παίρνανε και ό,τι τους ήταν χρήσιμο… το ίδιο γινότανε και με τον στρατό». Ούτε το σπίτι τον χωρούσε, ούτε το χωριό.

Με εφτά χιλιάδες πούλησε το σπίτι και με δύο χιλιάδες όλα του τα χωράφια. Κράτησε μόνο το αμπέλι στο Ζουνάτι, ήταν προίκα της μάνας μου, το σεβάστηκε. Τι κρίμα, αλλά και τι πατρικός ρεαλισμός. Γύρισε πίσω στενοχωρημένος, πικραμένος, έπεσε με τα μούτρα στο μοναδικό περιουσιακό του στοιχείο, να ολοκληρώσει τα δωματιάκια στην οδό Ελευθερωτών 18 στο Μπραχάμι. Τελεία και παύλα με το Ψάρι, κάτι πήγε να πει η μάνα μου, τη σταμάτησε απότομα, δεν σήκωνε κουβέντα. Εμείς, τα παιδιά, δεν αντιδράσαμε καθόλου, δεν είχαμε συναισθήματα για το χωριό, είχαμε άγνοια, μας είχε καταπιεί η Αθήνα. Οι εκπατρισμένοι αγρότες από την Αρκαδία βρήκαν φιλοξενία στο Μπραχάμι, στη γειτονιά μας, ήταν πολλοί από τα Λαγκάδια Γορτυνίας που αργότερα την περιοχή τους την ονόμασαν «Ανθέων» και έφτιαξαν σπίτια εκεί εκατοντάδες Λαγκαδιανοί. Τη δική μας περιοχή, με κατοίκους κυρίως από τη Μεγαλόπολη και τα γύρω χωριά, την ονομάσαμε Άγιο Σπυρίδωνα από το ομώνυμο εκκλησάκι. Λίγο λίγο νιώθαμε σαν να είμαστε στον τόπο μας με τόσους Αρκάδες γείτονες. Πάσχα και Καθαρή Δευτέρα βούιζε ο τόπος στις αυλές από τα δημοτικά τραγούδια και τα κλαρίνα που παίζανε τσάμικους και συρτούς…»

 

 

 

 

 

Advertisements

1 Comment on Στο Μπραχάμι μιας άλλης εποχής…Ιστορίες και μνήμες του Μάκη Παπούλια

  1. Αντώνης Δρεμέτσικας // Ιουνίου 12, 2017 στο 8:14 μμ //

    Υπέροχο αφήγημα μαζί με βιώματα μιας εποχής χωρίς επιστροφή.
    Μιας εποχής που ενώ γνώριζες πρωτόγνωρα πράγματα ήταν ταυτόχρονα και δημιουργική.
    Εκείνο το αίσθημα δημιουργίας ήταν το στήριγμα για ότι φτιάχθηκε για ότι έμεινε ανεκπλήρωτο όνειρο! Να έχεις Μάκη Υγεία διότι τώρα επιστρέφεις πολλαπλάσια στην κοινωνία εκείνα που σου έδωσε!

    Μου αρέσει!

Τα σχόλια είναι απενεργοποιημένα.

Αρέσει σε %d bloggers: