Φρέσκα

Άνθρωπος στο super market…

της Αλεξάνδρας Λαμπροπούλου

«Προϊόν βραχείας λήξης», έκπτωση 50%. Πλήρες αγελαδινό γάλα, 3,7% λίπος, συσκευασία 1,5 lt. Πέντε μέρες όλες και όλες η ζωή του. Και σήμερα η τελευταία του ευκαιρία να δραπετεύσει από εκεί, έστω και κοψοχρονιάς…
Το πήρε από το ψυγείο μια 35άρα με έντονα εξογκωμένες φλέβες στα χέρια. Μυώδη και νευρικά. Στέλεχος φαρμακευτικής εταιρίας. Ήταν και αυτή μυώδης και νευρική από πάνω μέχρι μέσα! Δεν επιζείς διαφορετικά σε τέτοια περιβάλλοντα, σε ρουφάνε και σε ομογενοποιούν, σαν το γάλα. Το έβαλε στο καλάθι χειρός μαζί με 200 gr ανθότυρο, ένα πακέτο ρυζογκοφρέτες, 2 κιλά μήλα, 4 συσκευασίες τόνου σε νερό και μαλακτικό ρούχων με άρωμα σαπούνι Μασσαλίας.
Είχε πάει στο supermarket πρωί – πρωί για να αποφύγει την πολυκοσμία. Δεν άντεχε την πολλή συναναστροφή. Ντυμένη με φούξια βελούδινη φόρμα και αθλητικά Nike αλλά βαμμένη με φουλ μακιγιάζ. Δεν ήθελε να την δει άνθρωπος, οποτεδήποτε, χωρίς την μάσκα που της προσέφερε. Εκείνο το πρωί είχε και το μαλλί σινιόν από την χτεσινοβραδινή της έξοδο με τον τύπο από την εταιρία που τελικά πήγε χάλια. «Τι να τον κάνω;» σκέφτηκε. Τον είχε μετρήσει εφ’ όλης της ύλης και αποφάσισε με συνοπτικές διαδικασίες ότι δεν έκανε για γάμο, γιατί αυτή έψαχνε σχέδιο αποκατάστασης και τεκνοποίησης. Είχε χτυπήσει το κοινωνικοβιολογικό της ρολόι. Το αθώο θύμα, υφιστάμενός της, δεν είχε καταλάβει τίποτα, περίμενε το επόμενο ραντεβού, τρεις μήνες την γυρόφερνε, ήταν ψιλοτσιμπημένος μαζί της. Αυτή όμως ήταν μαθημένη σε γρήγορες αποφάσεις, με ανάλυση παραμέτρων και management crisis.
Πάντα πήγαινε Σάββατο πρωί στο super market, ο κόσμος να χαλάσει! Το πρόγραμμά της το τηρούσε απαρέγκλιτα! Βρισκόταν πια στην ηλικία που είχε καταλήξει για τα πάντα. Τι άνδρα ήθελε, τι άρωμα φορούσε, πως έπινε το ποτό της, τι ώρα ξύπναγε, τι ώρα κοιμόταν, πως χτένιζε τα μαλλιά της και πως μίλαγε στον καθένα ανάλογα με την περίσταση και την κοινωνική του τάξη. Όλα τα είχε τακτοποιημένα. Εκτός από τη θλίψη της. Την είχε μετατρέψει σε κακία, είχε γίνει στρυφνή, δύστροπη, τελειομανής, αναιδής και χαιρόταν να πετά τις μεταμορφωμένες ψυχικές της υποθέσεις σε σκουπίδια, σε όποιον βρισκόταν μπροστά της.
Έφτασε στο ταμείο. Την ώρα που ξεφόρτωνε τα προϊόντα επάνω στον κυλιόμενο ιμάντα πρόσεξε το γάλα. Αυτή δεν έπινε ποτέ πλήρες, πως έκανε τόσο λάθος; «Μισό λεπτό, περίμενε, κάτι ξέχασα» είπε με ύφος στην ταμία. Πίσω στην ουρά δεν ήταν κανείς άλλος. Πήγε στο ψυγείο με τα γάλατα και πήρε ένα light. To πλήρες το παράτησε κάτω από το ταμείο ανάμεσα στα άδεια καλάθια και τα ράφια με τις τσίχλες, τις καραμέλες, τα τσιμπιδάκια και τις μπαταρίες. Δεν μπήκε στον κόπο να το επιστρέψει, ούτε να το πει στην ταμία. Δεν ήταν δική της δουλειά.
Εκεί που παράπεσε με την αυξημένη δουλειά και τον κόσμο, λόγω τριημέρου, δεν βρέθηκε παρά το βράδυ στην καθαριότητα. Ήταν αργά πια. Μεταφέρθηκε στην αποθήκη με τα επιστρεφόμενα προιόντα για καταστροφή, μετά την απογραφή.
Τα πολύτιμα θρεπτικά του συστατικά, δεν “ωφέλησαν” κανέναν…
Advertisements
Αρέσει σε %d bloggers: