Φρέσκα

Στο Μπραχάμι μιας άλλης εποχής…7 – Αρίων

του Φευγάτου

Η τεχνολογία, το μπυράλ και τα γιασεμιά!

Ο ΑΡΙΩΝ μαζί με την ΕΛΚΑ και τον ΣΚΑΒΑΝΤΖΟ, αποτελούν τα τρία μεγάλα εγκλήματα, θύματα της εγκληματικής αδιαφορίας του ΔΗΜΟΥ. ΚΑΤΕΔΑΦΊΣΘΗΚΑΝ ΕΝ ΨΥΧΡΩ  ΧΩΡΙΣ ΤΗΝ ΠΑΡΑΜΙΚΡΗ ΑΝΤΙΔΡΑΣΗ.

 

Με το τέλος της δεκαετίας του ’60 και στις αρχές του ’70, μπαίνει στη ζωή μας στο Μπραχάμι η τεχνολογία! Ηλεκτρικά ψυγεία, πλυντήρια, τηλεοράσεις, μαγνητόφωνα μέχρι και πικ-απ ΤΕΠΑΖ με μπαταρίες. Έχει αρχίσει και ο κόσμος να έχει δυο φράγκα παραπάνω, πέφτανε βροχή τα γραμμάτια, τα φτωχόσπιτα άρχισαν να «εξοπλίζονται».
Οι νέοι ονειρευόντουσαν Φλωρέτα, Βέσπα ή Καβασάκι (για τους πολύ προχωρημένους) και άλλοι αγόραζαν αυτοκίνητο Άλφα Ρομέο, όπως ο Τάσος. Τα λεωφορεία ήταν καινούργια, οι δρόμοι άρχισαν να ασφαλτοστρώνονται και να γίνονται πεζοδρόμια. Το τέρμα της συγκοινωνίας είχε αλλάξει, έγινε δρόμος μέχρι το Καλαμάκι.
Στην Πλατεία μπήκε τηλεόραση σε σιδερένιο κουτί (κάτι σαν χρηματοκιβώτιο) με λουκέτο, για να μην την «φάνε» τη νύχτα, και κάθε βράδυ μαζευότανε ο κόσμος στα παγκάκια (άλλοι φέρνανε καρέκλες) για να δούνε τον «Άγνωστο Πόλεμο». Τρελά πράγματα δηλαδή…
Στις γειτονιές επικρατούσε τεχνολογικός ανταγωνισμός, κάτι όπως σήμερα με τα κινητά ή τα «τάπλετς». Έβγαινε η κυρά Μαρία στο παράθυρο να φωνάξει τον Κωστάκη για φαΐ και ζητούσε, και καλά, συγγνώμη από την Κυρά Παγώνα, που δεν πήγε χθες για καφέ «αλλά είχε κάτι πολύ καλό η… Τηλεόραση και ξεχάστηκε». Η κυρά Παγώνα να δαγκώνεται αλλά να πετάει το «Εμείς δεν πήραμε ακόμα επειδή αγοράσαμε πλυντήριο. Ο Θανάσης μου, βλέπεις, θέλει τα πουκάμισα κάθε πρωί να αστράφτουν» βάζοντας το γκολ της ισοφάρισης, λες και τα πουκάμισα άμα τα πλύνεις στο χέρι δεν καθαρίζουν.

Μέχρι τότε τα πράγματα με το Σινεμά ήταν ξεκάθαρα, μιας και «Αίθουσες Κλιματιζόμενες» δεν υπήρχαν. Ο κινηματογράφος ήταν χειμερινός τον χειμώνα, και καλοκαιρινός το καλοκαίρι. Οι παραστάσεις, μια κανονική στις 8μμ και μια βραδινή στις 10μμ. Άντε και καμιά απογευματινή στη χάση και στη φέξη και φυσικά οι πρωινές της Κυριακής (στις 11 για να προλάβουμε το ψητό ή τα γεμιστά από τον φούρνο) με Μασίστα, Αχιλλέα, Ηρακλή και Ινδιάνους (πολλές φορές ανακατωμένα όλα μαζί).
Μέσα, λοιπόν, στο ξεκάθαρο μυαλό μας σκάει τότε η ΑΤΛΑΝΤΙΣ, πάνω στη Βουλιαγμένης, στη διασταύρωση με την Αγίου Δημητρίου, και το παίζει λίγο από δω και λίγο από εκεί. Η σκεπή του κινηματογράφου «έφευγε» με το πάτημα ενός κουμπιού, άνοιγε το ταβάνι και ο χειμερινός κινηματογράφος γινόταν καλοκαιρινός. Τσου, τσου, πράμα να δεις έλεγε ο Μίλτος. Έβαζε και ταινίες καλές (Μάρθα Βούρτση φτου κακά) ωραία καθαρά, με καθίσματα άνετα, περιμένανε όλοι να μαζεύουν οι ιδιοκτήτες το χρήμα με το τσουβάλι και φυσικά οι πρωινές της Κυριακής (στις 11 για να προλάβουμε το ψητό ή τα γεμιστά από τον φούρνο) με Μασίστα, Αχιλλέα, Ηρακλή και Ινδιάνους (πολλές φορές ανακατωμένα όλα μαζί).
Αμ δε, μάπα το πεπόνι. Μόλις πιάνουν οι ζέστες οι καλές βουρ όλοι μας για τον ΑΡΙΩΝΑ*. Με τα καθίσματα χαλασμένα, με τους πασατέμπους δυο δάχτυλα πάνω στο γαρμπίλι, με τους πιτσιρικάδες τους τσαμπατζήδες σκαρφαλωμένους στη μάντρα, με τους γείτονες στις ταράτσες σε πολυθρόνες, με το «Σάμαλι, παστέλι, Κοκ» στο ταβλά του πωλητή στο διάλειμμα, με το «Λεμονάδα, πορτοκαλάδα, Μπυράλ» (η ΑΤΛΑΝΤΙΣ δεν είχε μπυράλ).
Με τούτα και με τ’ άλλα, χωρίς τεχνολογία, ο ΑΡΙΩΝ έσκιζε στις προτιμήσεις του κόσμου, ακόμα και όταν οι ταινίες ήταν ψιλοφολέ.
Μια δυο, πέντε, δέκα, ρωτάει ο Βασιλάκης τον Μήτσο: «Γιατί τελικά ερχόμαστε ΑΡΙΩΝ;». Απάντηση: « Για τα γιασεμιά ρε συ, για τις μυρωδιές που έρχονται μαζί με τα αστέρια και μας μεθάνε καλύτερα από το σώσμα* του Αρτέμη». Το σκέφτηκε λίγο ο Βασιλάκης και τελικά είπε: «Εγώ νομίζω ότι έρχομαι για το μπυράλ!».
*Ο «ΑΡΙΩΝ» είχε ένα μοναδικό γιασεμί γίγαντα, που έπιανε όλο τον τοίχο από τη μια μεριά μέχρι την άλλη και η μυρωδιά ήταν μεθυστική τις νύχτες του καλοκαιριού χωρίς υγρασία, χωρίς τίποτα.

*σώσμα

Το τελευταίο κρασί που περίσσεψε στο βαρέλι. Έχει ιδιαίτερη μυρωδιά και βαριά γεύση και είναι κάπως θολό, καθότι έχει ίχνη από το κατακάθι. Σε κάποιους αρέσει, αλλά δεν είθισται να το προσφέρουμε.

Από το ρήμα σώνομαι = τελειώνω.

 

Advertisements
Αρέσει σε %d bloggers: