Φρέσκα

Ο ΑΡΤΟΠΟΙΟΣ

της Αλεξάνδρας Λαμπροπούλου

Ο Βαγγέλης ήταν φούρναρης όλη του τη ζωή. Από τότε πού άνοιξε το φούρνο στο Νέο Ψυχικό και κάτω από την πίεση της γυναίκας του της Ευδοξίας, δήλωνε Ευάγγελος και αρτοποιός. Οι δουλειές πήγαιναν καλά. Στα πενήντα πέντε του χρόνια είχε καταφέρει να σπουδάσει και να καλοπαντρέψει την κόρη του Σοφία και να στείλει για μεταπτυχιακά το γιο του Κωστή στο Λονδίνο, για κάτι που δεν μπορούσε ακριβώς να εξηγήσει στο φίλο του τον Παντελή. Έλεγε λοιπόν κάτι στα computer και καθάριζε. Ακόμα είχε καταφέρει να αγοράσει το φούρνο, να φτιάξει ένα τριώροφο στο Πολύγωνο το οποίο και νοίκιαζε ολόκληρο, ανακαίνισε το προικώο της Ευδοξίας στο Κερατσίνι και το πατρικό του στο χωριό και αγόρασε και ένα αυθαίρετο εξοχικό στο Λαγονήσι με φως, νερό τηλέφωνο και κήπο.

Όταν μετακόμισε την επιχείρηση του στο Ψυχικό το 1979, ο φούρνος εκεί ήταν εγκαταλειμμένος. Πήρε δάνειο, αγόρασε το οικόπεδο, έχτισε και ένα καινούργιο μαγαζί και τώρα στα πενήντα πέντε του είχε επτά υπαλλήλους Ήταν δουλευταράς, τίμιος και άξιος ο Βαγγέλης και ζεστός άνθρωπος σαν τα ψωμιά που φούρνιζε. Αντίρρηση δεν έφερνε σε κανέναν, ούτε στα παιδία του, ούτε στην Ευδοξία.
Την Ευδοξία την παντρεύτηκε στα είκοσι έξι του με προξενιό όταν αυτή ήταν είκοσι δύο χρόνων. Και του στάθηκε δεν είχε παράπονο. Δούλεψαν σα σκυλιά και οι δύο για να προσφέρουν στα παιδιά τους το μέλλον που οι δύο τους δεν είχαν την ευκαιρία να επιλέξουν. Από τότε όμως που τα παιδιά έφυγαν από το σπίτι για σπουδές τα πράγματα άλλαξαν άρδην μεταξύ τους. Λες και χάθηκε η ισορροπία ξαφνικά ή μήπως το αντίθετο; Τα τελευταία χρόνια οι μέρες και οι νύχτες του ήταν πανομοιότυπες. Ξύπναγε καθημερινά στις τρεισήμισι για να πάει στο φούρνο να επιβλέψει το ζύμωμα και το ψήσιμο των ψωμιών. Στις οκτώ ακριβώς εμφανιζόταν η Ευδοξία οπότε άρχιζαν οι διαταγές και ο εκνευρισμός. «Φέρε αυτό, φέρε εκείνο, βγάλε περισσότερο ολικής, όχι άλλο πολυτελείας, τέλειωσαν οι τυρόπιτες, πιο γρήγορα» και έτσι ευχάριστα περνούσε ένα δίωρο από τις οκτώ ως τις δέκα.
Στις δέκα ο Βαγγέλης έφευγε για να ξεκουραστεί. Πριν πάει στο σπίτι περνούσε από το φίλο του τον Παντελή που είχε καθαριστήριο λίγο πιο πάνω, για να πιούνε το πρωινό ουζάκι τους και να πούνε τον πόνο τους ο ένας στον άλλον. Στις τρεις έπαιρνε το δρόμο του γυρισμού για το μαγαζί, για να γυρίσει η Ευδοξία να μαγειρέψει και να κάνει τις δουλειές της, ο Βαγγέλης να προετοιμάσει την αυριανή παραγωγή και να κλείσει το μαγαζί στις οκτώ το βράδυ. Επέστρεφε και πάλι σπίτι, στις οκτώ και τέταρτο έτρωγε και έβλεπε τηλεόραση αμίλητος και στις δέκα έπεφτε για ύπνο. Με την Ευδοξία είχαν καταφέρει να περιορίσουν την προσωπική τους επαφή αυτά τα δύο δίωρα οκτώ με δέκα το πρωί και οκτώ με δέκα το βράδυ εκτός από Κυριακές και αργίες όπου τα πράγματα δυσκόλευαν κάπως ειδικά με την παρουσία και άλλων ανθρώπων. Εκείνο το πρωινό ο Βαγγέλης ήταν ακόμα στο φούρνο. –Καλημέρα Ευάγγελε. –Καλημέρα κυρία Χατζή. Πως είστε σήμερα; –Μια χαρά. Δεν σας έχουμε συνηθίσει τέτοια ώρα εδώ. Η Δόξα που είναι; (Ξέχασα να σας πω η Ευδοξία είχε γίνει Δόξα, με το ίδιο τρόπο που ο Βαγγέλης είχε γίνει Ευάγγελος) –Στο σπίτι, μαγειρεύει από το πρωί για το γιόκα της που επιστρέφει σήμερα από το Λονδίνο. Βλέπετε είναι το καμάρι της και θέλει να τον περιποιηθεί. –Καλώς να τον δεχθείτε λοιπόν. –Ευχαριστώ. Τι θα πάρετε σήμερα; –Μια φρατζόλα ολικής και ένα μπουκάλι γάλα. –Μισό λεπτό και είναι έτοιμα. Ορίστε λοιπόν. Σας ευχαριστώ και καλή σας μέρα κυρία Χατζή. –Καλημέρα και σε σένα Ευάγγελε, και πάντα καλά. «Πάντα καλά!» μονολόγησε ο Βαγγέλης για να το εμπεδώσει. Η ώρα είχε πάει 11.30 και ο Βαγγέλης καθόταν σε αναμμένα καρβουνά. Το ουζάκι με τον Παντελή τον περίμενε και αυτός ήταν ακόμα στο μαγαζί. Άσε που εκείνη τη μέρα είχε ξυπνήσει συννεφιασμένος και δε τον χώραγε ο τόπος. Άφησε το μαγαζί μόνο του με τους υπαλλήλους, κάτι που γινότανε για πρώτη φορά και πετάχτηκε μέχρι το καθαριστήριο. Φτάνοντας εκεί και αφού παραγγείλανε τα συνηθισμένα, ο Βαγγέλης ξεκίνησε την εξομολόγηση από το τέλος. –Παντελή θέλω να αγοράσω αυτοκίνητο! –Πως και έτσι; –Τόσα χρόνια τι έχω κάνει για τον εαυτό μου. Τόσα χρόνια ποιος μου έχει αναγνωρίσει τόσο κόπο; τόσο ξενύχτι; τόσο ιδρώτα μέσα στους φούρνους; Έλιωσα Παντελή εκεί μέσα σιγά σιγά, σαν το κερί. –Έλα ρε Βαγγέλη. Έκανες οικογένεια, περιουσία, έχεις δύο παιδιά, τα σπούδασες, την κόρη σου την πάντρεψες, τι άλλο θέλεις; –Θέλω κάτι και για μένα. –Τότε πάρτο. Αν αυτό θα σε ευχαριστήσει. Αυτό θέλεις; –Ξέρω εγώ ρε Παντελή τι θέλω. Βαρέθηκα. Θέλω να αγοράσω ένα ακριβό αυτοκίνητο ξεσκέπαστο και να κάνω βόλτες χωρίς να δίνω λογαριασμό σε κανέναν. –Ώρα καλή στην πρύμνη σου και αέρα στα πανιά σου. –Μην κοροϊδεύεις Παντελή. Σου λέω βαρέθηκα. Και όντως ο Βαγγέλης είχε βαρεθεί. Είχε βαρεθεί να θεωρούν δεδομένη την προσφορά του, είχε βαρεθεί να θεωρούν δεδομένη τη θυσία του, είχε βαρεθεί να τον υποτιμούν κατά βάθος για την αμορφωσιά του. Γιατί ο Βαγγέλης δεν είχε τελειώσει ούτε το δημοτικό. Αλλά το μυαλό του ήταν ξουράφι και η καρδιά του μεταξένια. Και το αισθανότανε μέσα του ότι τα παιδιά του και η γυναίκα του είχαν μεγαλοπιαστεί και ντρέπονταν τόσο για τον ίδιο, όσο και για το επάγγελμά του. «Το αρτοποιείο σας δίνει ψωμί να φάτε» έλεγε πάντα ο Βαγγέλης, και είχε δίκιο ακόμα και κυριολεκτικά. Εκείνο το βράδυ, στο τραπέζι που είχε στρωθεί για την επιστροφή του Κωστή, ήταν όλοι. Ο Βαγγέλης, η Ευδοξία, ο Κωστής, η Σοφία με τον άντρα της το Σπύρο και ο αδελφός της Ευδοξίας, ο Ιάκωβος με τη γυναίκα του την Ιουλία. Η Ευδοξία μαγείρευε όλη μέρα σύμφωνα με την τελευταία λέξη της μόδας. Κατέβασε βιβλία μαγειρικής και με τη βοήθεια της Σοφίας είχαν φτιάξει τα πιο απίθανα φαγητά, μόνο και μόνο για να μπει στο μάτι της νύφης της Ιουλίας, κατά κόσμο Τζούλι, που ήταν ψηλομύτα. Όταν μπήκε ο Βαγγέλης στο σπίτι στις 8.15 αφού έκλεισε το μαγαζί τα χρειάστηκε. Η Ευδοξία με περισπούδαστο ύφος σεφ, που σηκώνεται για να παραλάβει το χρυσό του σκούφο, παρουσίαζε τα φαγητά. –Σούπα γκασπάτσο για την αρχή! «Τι είναι τούτο» σκέφτηκε ο Βαγγέλης. –Σαλάτα σπανάκι με αβοκάντο! «Αυτό μυρίζει ποδαρίλα», ψιθύρισε, αλλά ευτυχώς δεν τον άκουσε κανείς. –Μπαστουνάκια πολέντας με αγκινάρες, φέτα και πιπεριές! «Ορίστε; τι είναι τούτο;» δεν κρατήθηκε και ρώτησε. «Ευάγγελε φάε και μη μιλάς» ήρθε αυτόματα η απάντηση της Δόξας. Ο Βαγγέλης το πήρε στο χέρι, το επεξεργάστηκε, το μύρισε, δοκίμασε και αναφώνησε. «Αυτό είναι από μπομπότα, το φτιάχνανε στο χωριό μου στην Κατοχή, από καλαμποκάλευρο δεν το έφτιαξες;» Να άνοιγε η γη να τον καταπιεί. Η Δόξα τον κεραυνοβόλησε λες και ήταν ο χειρότερος εχθρός της, αλλά δεν μπορούσε να εκφραστεί μπροστά στην Τζούλι αλλιώς θα τον στόλιζε κατάλληλα, αρκέστηκε να φάει λοιπόν τη χοντράδα του άντρα της και να την καλύψει λέγοντας: «Έλα βρε Ευάγγελε άσε τα αστεία πια» Ο Βαγγέλης γύρισε ενστικτωδώς στα παιδιά του για βοήθεια και τους είδε να χασκογελάνε μεταξύ τους. Η Δόξα συνέχιζε την εκφώνηση του μενού. –Για κυρίως πιάτο ψαρονέφρι με σος μήλου. Κρατήσου Βαγγέλη! –Και για γλυκό σας έφτιαξα ένα παραδοσιακό μας σε παραλλαγή, Σκαλτσούνια με σος πορτοκάλι. «Αυτό πάει και έρχεται» σκέφτηκε ο Βαγγέλης. –Α! Ξέχασα, σας έχω φτιάξει και ψωμί. Φοκάτσα!!!
Ο Βαγγέλης είδε μια αστραπή ξαφνικά. Αυτό ήταν το τελευταίο χτύπημα. «Το ψωμί τι το ήθελε; Τόσα ψωμιά φτιάχνουμε στο φούρνο. Δεν μπορούσε να μου πει να φέρω ένα από το μαγαζί. Αλλά έτσι είναι. Θέλει να με βγάλει έξω ακόμα και από αυτό. Πόλεμο θέλει η κυρά Δόξα; Πόλεμο θα έχει» Από εκείνη τη στιγμή κάτι έσπασε μέσα του. Έφαγε σιωπηλά ότι μπορούσε να καταπιεί από τις αηδίες που είχε σερβίρει η Δόξα και έκανε προσπάθεια να μπορέσει να είναι εκεί, στο τραπέζι της επιστροφής του γιου του. Αισθανόταν ξαφνικά σαν να είχε χάσει την αίσθηση του χώρου και του χρόνου, μετέωρος και ξένος ανάμεσα σε ανθρώπους που μίλαγαν και γέλαγαν. Κάτι σαν απώλεια ταυτότητας. Δεν μπορούσε να πει στον εαυτό του ούτε ποιος ήταν, ούτε που ήταν, ούτε τι ήθελε ανάμεσά τους. Εκείνο που τον πλήγωνε περισσότερο, δεν ήταν που τα παιδιά του τα αισθανόταν να έχουν φύγει προ πολλού για ένα κόσμο που δεν είχε ούτε το εισιτήριο ούτε τη διάθεση να εισέλθει, γιατί κατά βάθος πίστευε ότι αυτός είναι ο ρόλος των νέων. Να προσπερνάνε χωρίς φλας και με ιλιγγιώδη ταχύτητα τις προηγούμενες γενιές. Αλλά η Ευδοξία; Με την Ευδοξία είχανε ζήσει μια ζωή μαζί, είχανε αναστήσει δυο παιδιά, είχανε φτιάξει μια περιουσία από το μηδέν. Δεν μπορούσε να καταλάβει τη μεταστροφή της αυτή τα τελευταία χρόνια και αυτές τις νέες παραξενιές της. Τον είχε εγκαταλείψει και αυτή. Ήταν πλέον μόνος ή μάλλον συνειδητοποιούσε ότι ήταν πάντα μόνος, απλά τώρα στα πενήντα πέντε του αυτή η αλήθεια τον συγκλόνιζε και ήταν αβάσταχτη.
Την άλλη μέρα το πρωί ο Βαγγέλης βαρύθυμος, δεν πήρε το δρόμο ούτε για το καθαριστήριο του Παντελή ούτε για το σπίτι. Πήγε σε μια αντιπροσωπεία και παρήγγειλε ένα διθέσιο cabrio με την ελπίδα να εξορκίσει τη θλίψη και τη μοναξιά του…
Advertisements
Αρέσει σε %d bloggers: