Φρέσκα

Άνθρωπος στο supermarket…2

της Αλεξάνδρας Λαμπροπούλου

Ο Κοσμάς στεκόταν στο διάδρομο με τα είδη προσωπικής υγιεινής. Χάζευε τις ξυριστικές μηχανές και τους αφρούς. Ήθελε να πάρει μια ακριβή με κινητή κεφαλή. Του την έδινε στα νεύρα που η γυναίκα του έπαιρνε κάθε τόσο τα ξυραφάκια του για να ξυρίσει τα πόδια της. Θυμήθηκε τον πατέρα του. Κάθε Σάββατο απόγευμα έπαιρνε τα «σύνεργα» και έβγαινε στη βρύση της αυλής για να ξυριστεί. Δερμάτινο λουρί για το ακόνισμα, ξυράφι, λεκανάκι, πινέλο, σαπούνι, κολόνια λεμόνι, μπριόλ για τα μαλλιά. Του άρεσε να τον παρακολουθεί τότε. Ήταν μια μαγική ιεροτελεστία για τα παιδικά του μάτια.

Φορούσε φόρμα ξεχειλωμένη, από εκείνα τα σετ που φοράνε κάποιοι άντρες, αντί για τις πιτζάμες τους όταν βγαίνουν από το σπίτι. Στο γυμναστήριο δεν είχε πατήσει ποτέ, αλλά είχε δύο αλλαξιές από δαύτες για να πορεύεται. Δεν ήξερε και τι να φοράει εκτός δουλειάς. Με τη στολή είχε συνηθίσει, ήταν ήσυχος. Δέκα χρόνια σεκιούριτι σε μια εταιρία στο αεροδρόμιο. Μετά το γάμο είχε πάρει καμιά δεκαριά κιλά. Για να φορέσει τα ρούχα του, ούτε λόγος. Ήταν ακούρευτος και αξύριστος. Είχε παντρευτεί πριν από οκτώ χρόνια μετά την ασφυκτική πίεση της μάνας του και απογοητευμένος και έρημος, αφού όλοι του οι φίλοι σιγά – σιγά εξαφανίστηκαν στη ρουφήχτρα του γάμου τους. Ήταν σαράντα έξι χρονών.
Κοιτούσε τις ξυριστικές μηχανές ακινητοποιημένος και στενάχωρος. Μια νοσταλγία για την ανέμελη αυλή του πατρικού σπιτιού του τον είχε καταβάλει όταν εμφανίστηκε η γυναίκα του με το καρότσι φίσκα, κυρίως με τις πάνες του τρίτου τους παιδιού, το οποίο είχε βάλει στο ειδικό κάθισμα.“Τι κοιτάς;” “Να εδώ, δεν έχω ξυραφάκια” ψέλισε.“Έχεις στο σπίτι. Μην πάρεις και άλλα, δεν έχουμε λεφτά για πέταμα” είπε φεύγοντας. Μετά από αυτό, αποφασιστικά ξεκρέμασε από το ράφι την ξυριστική μηχανή που είχε πακέτο και ενσωματωμμένο trimmer, την πρόλαβε μπροστά από τις κρέμες σώματος και την έβαλε στο καρότσι. Η Κική τον κεραυνοβόλησε αλλά δεν άνοιξε το στόμα της. 12,89 ευρώ έκανε το λάφυρό του.
Εν τω μεταξύ ένα από τα μεγαλύτερα αγόρια που αλώνιζε στους διαδρόμους ήρθε τρέχοντας με ένα πακέτο πατατάκια στα χέρια. «Μπαμπά, μπαμπά, το θέλω αυτό!» είπε επιτακτικά. Από πίσω και ο δεύτερος γιος, ο μικρότερος, με ένα ακριβώς ίδιο πακέτο επανέλαβε σαν παπαγάλος τα ίδια, και μετά εν χορώ και τα δύο ούρλιαζαν χοροπηδώντας.«Ρωτήστε τη μάνα σας» έκανε το λάθος να πει.«Όλα εγώ πρέπει να τα κάνω πια; Εσένα γιατί σε έχουμε; Διακοσμητικός είσαι;»Ο Κοσμάς δεν μίλησε. Η Κική τα πήρε από τα χέρια τους με βία και τους είπε: «Δεν έχουμε λεφτά για βλακείες. Και μην ακούσω κουβέντα…».
Ήταν δέκα χρόνια μικρότερη από τον άντρα της, όμως πρόωρα μαραμένη. Φορούσε νεανικά ρούχα που δεν ταίριαζαν επάνω της. Το μπλουζάκι είχε στάμπα με statement: “Maggie says use condoms”. Το τζην ήταν με ξέφτια. Είχε και μια νευρικότητα στις κινήσεις της. Πετούσε άγαρμπα τα προϊόντα στο καλάθι ανάκατα ενώ ταυτόχρονα φαινόταν σαν να την ενοχλεί το μωρό που έπιανε χώρο σε αυτό. Κρατούσε τη λίστα με το αριστερό της χέρι και με το άλλο έσπρωχνε το καρότσι που χτυπούσε συχνά σε γωνίες τραντάζοντας το μωρό, το οποίο τρομαγμένο δεν αντιδρούσε στα νεύρα της. Τσέκαρε συνεχώς τη λίστα και υπολόγιζε με αγωνία. Το εβδομαδιαίο budget στο super market ήταν 120 ευρώ. Ήταν και πέντε άτομα με ένα μισθό.
Φτάνοντας στο ταμείο ο λογαριασμός έφτασε τα 138,30 ευρώ. Έπρεπε να αφαιρέσουν 18,30.“Άσε την μηχανή ξυρίσματος, έχεις” του είπε επιτακτικά.“Είσαι στα καλά σου; Πως θα πάω για δουλειά τη Δευτέρα; Αξύριστος!” “Έχεις άλλες στο σπίτι, σου είπα, κουφός είσαι;”Η ταμίας παρακολουθούσε τον διαπληκτισμό με αμηχανία και σκυμένο κεφάλι. Με νεύρα, της έδωσε να αφαιρέσει τη μηχανή του Κοσμά, ένα κατσαριδοκτόνο και μια οδοντόβουρτσα. Σύνολο: 117,60. Ρέστα 2,40. “Για τα πατατάκια των παιδιών” του είπε. Αισθάνθηκε ένοχος. Αμίλητος, φορτώθηκε τις σακούλες να τις ταχτοποιήσει στο αυτοκίνητο.

Σκέφτηκε πάλι τον πατέρα του. Τέτοια ώρα θα πήγαινε φρεσκοξυρισμένος στο καφενείο…

 

Advertisements
Αρέσει σε %d bloggers: