Φρέσκα

Η Μόρφω

της Melissini Vatana

Την βρήκα να κάθεται πάνω στο κρεβάτι εξέτασης ασθενών, κλαίγοντας γοερά. Τραγουδούσε δυνατά κάτι σαν εμβατήριο, κουνώντας τα πόδια της μπρος πίσω. Φορούσε όπως πάντα ψηλοτάκουνα -δεν την είχα δει ποτέ με χαμηλό παπούτσι- και μαύρα ρούχα. Ποιά, η Υβόννη, που Δεκέμβρη μήνα κυκλοφορούσε με κάτι φλοράλ.

Εξακολουθούσε να τραγουδά εκείνο το παράξενο εμβατήριο, όλο και πιο δυνατά χωρίς να μου μιλά, χωρίς να νοιάζεται αν ακούγεται έξω στον κόσμο που την περίμενε στην αίθουσα αναμονής. Που και που, έκοβε λίγο από το χαρτί που υπήρχε πάνω στο κρεβάτι όταν ξάπλωνε τους ασθενείς της, σφούγγιζε τα μάτια της, φυσούσε την μύτη της, και το πετούσε στο πάτωμα. Μέχρι να τελειώσει το τραγούδι και ν’ αρχίσει να μου μιλά, είχε επαναλάβει αυτή την κίνηση με το χαρτί καμιά δεκαριά φορές, ένα μάτσο στραπατσαρισμένα χαρτιά όλο δάκρυα και μύξες είχε στοιβαχτεί κάτω από δυό ακριβές γόβες που εξακολουθούσαν να κουνιούνται μπρος πίσω.
– Έφυγε η Μόρφω, μου είπε, δεν την ξέρεις.
Μου τηλεφώνησε η αδελφή της το πρωί. Στο σημείωμα είχε γράψει πως θέλει να ‘μαι στην κηδεία. Ερχόταν με το 9 το σχολικό από Νέα Σμύρνη στο σχολείο των Αναβρύτων, με εξετάσεις είχε μπει, γερό μυαλό ο πατέρας της είχε εμπορικό. Μες στο σχολείο εκείνο που μεγαλώσαμε, σιγά σιγά μετά τα 14, άρχισαν να βγαίνουν οι βασικές κοινωνικές τάσεις. Εγώ με ξέρεις, στου Παπάγου μεγάλωσα, ήμουν με τους δεξιούς, είχαμε αρχηγό τον Μιχάλη που θα μπορούσαν να τον έλεγαν και Υπέροχο Τζων Τζων, Sebago, Fred Perry με πόλο γιακαδάκι, καλοκουρεμένος, έκανε παρέα με τους Βαρδινογιάννηδες και τους Κορκολήδες τον Μάνο και τη Βιολέτα. Ήταν τότε και ένα άλλο σχήμα ασύνταχτο, όπως συνήθως συμβαίνει στην αριστερά, το οποίο είχε μέσα τους σιωπηλούς άριστους, τους βωβούς, ο δεξιότερος από αυτούς ήταν ΠΑΣΟΚ, και τέλος ένας αχταρμάς μαθητών αντιδραστικών και θυμωμένων που είχαν για αρχηγό τη Μόρφω. Καρό πουκάμισο, στρατιωτικό παντελόνι, αρβυλάκια, μουσικά δεν ξέπεφτε ποτέ κάτω από Rolling Stones και ΑCDC. Μια μέρα πηγαίναμε από το Λευκό στο Κλειστό, δεξιά εμείς και απ’ την άλλη εκείνος ο αχταρμάς των θυμωμένων παιδιών, των αναρχικών, με τη Μόρφω να κάνει κήρυγμα, μπροστά μπροστά. Είχαμε τον φιλόλογο τον Πούτο, που μας οδηγούσε. – Ρε Μόρφω γιατί πάτε από κει μόνοι σας; τη ρώτησε. – Ε που να πηγαίναμε; Εμείς είμαστε αυτόνομοι αναρχικοί, μαζί σας θα πηγαίναμε; – Και συ σαν να λέμε τώρα Τσαγκαρίδου, είσαι ο αρχηγός των αναρχικών; Χλώμιασε η Μόρφω. Ένα κλαράκι ήταν μέσα σε κείνο το μαύρο κοτλέ παντελόνι της, γιατί οι αναρχικοί φίλη μου, έτσι είναι, κλαράκια, ψυχούλες, γιατί αν δεν είσαι ψυχούλα, κάθεσαι να φας ξύλο από τους μπάτσους; Δεν κάθεσαι. Γίνεσαι φασίστας και δεξιός και μπάτσος και ρίχνεις ξύλο. Βγήκα από την αράδα, με ξέρεις φίλη μου, παιδί της Νένας είμαι εγώ, δεν αφήνω να πέσει τίποτα κάτω, και την υπερασπίστηκα μπροστά σε όλους. Γίναμε φίλες καλές από τότε. Με πήγαινε στα Εξάρχεια, γνώρισα τον Άσιμο στο μανάβικο του Κώστα του Καμήλου. Όταν γίνονταν επεισόδια έπαιρνε ο Άσιμος ένα στρώμα και ξάπλωνε μπροστά στη Θεμιστοκλέους που ήταν το μανάβικο, Θεμιστοκλέους γωνία, και ο Καμήλος πούλαγε φρούτα στα σταματημένα αυτοκίνητα. «Νικολάκη, ξεπουλήσαμε!» έλεγε ο Καμήλος και ο Άσιμος σηκωνόταν. Έτσι ενώνονται οι άνθρωποι. Όταν δίνουν. Κι ας είναι από άλλα σύμπαντα ο καθένας. Κάτι φορές της έλεγα: -Ρε συ Μόρφω πέντε νοματαίοι σαν και σας νομίζεις πως θα αλλάξουν το μέγεθος της ενέργειας εκατομμυρίων ανθρώπων; Εκτός και αν είσαι Χριστός. – Υβόννη, για καμιά συναυλία του Παπακωσταντίνου. Μέχρι εκεί είσαι, με αποστόμωνε. Μετά εκείνη μπήκε ΑΣΟΕ, εγώ Ιατρική χαθήκαμε… Ξεκίνησε πάλι εκείνο το τραγούδι που ‘μοιαζε με εμβατήριο.
– Τι ώρα είναι η κηδεία, την ρώτησα. Με ποιόν θα πας;
– Δεν πάω. Έχω ένα σπίτι 600 τετραγωνικά, φορώ παπούτσια πεντακοσίων ευρώ. Δεν μπορώ να την δω. Νομίζω πως θα σηκωθεί από το φέρετρο και θα με μουτζώσει.
Advertisements
Αρέσει σε %d bloggers: