Φρέσκα

Σελίδες ημερολογίου 26 – Από την Ελευσίνα στη Βραυρώνα

του Μιχάλη Δήμα

Πέμπτη 22 Οκτωβρίου 2009
Εκδρομή με το σχολείο στην Ελευσίνα. Χρόνια είχα να μπω σε πούλμαν. Ημέρα ηλιόλουστη. Το αττικό φως, με τη μοναδική του διαύγεια αναδεικνύει την ομορφιά του αρχαίου χώρου.

Η Περσεφόνη ντυμένη πένθιμα μ’ ένα λευκό χιτώνα μάς αποχαιρετά δακρυσμένη. Ετοιμάζεται για το ταξίδι της στον κάτω κόσμο, στα ανήλιαγα λημέρια του Άδη. Η Δήμητρα δεν λέει να την αφήσει από την αγκαλιά της. Την συνοδεύει ως τη σκοτεινή είσοδο που οδηγεί στα διαμερίσματα της χειμερινής της διαμονής.
Τα παιδιά ασυγκίνητα και αδιάφορα χασκογελούν, φωτογραφίζονται, κάνουν χοντρά αστεία και φαντάζονται ακατανόμαστα όργια των μυστών στο τελεστήριο. Βλέπουν κολώνες, λάρνακες, αγάλματα, επιγραφές, σπαράγματα μαρμάρων, και τα αντιμετωπίζουν με μια ιερόσυλη διάθεση. Δεν θέλουν να ξέρουν τι σημαίνουν, δεν θέλουν να μάθουν τι ιστορία κουβαλούν αυτές οι πέτρες.
Απέναντι η Σαλαμίνα μου ξυπνά μνήμες από τη θητεία μου στο Π/Ν, το καταθλιπτικό γκρίζο των προβλητών και των πλοίων και τις ατέλειωτες βάρδιες, πρόστεγο, επίστεγο και κλίμακα.
Από τις αναμνήσεις μου με αποσπά το μειδίαμα μιας αρχαϊκής κόρης και τρέχω να κρυφτώ στις πτυχώσεις του χιτώνα της. Την ακούω να σιγοτραγουδάει το… “κοιμήσου Περσεφόνη στην αγκαλιά της γης στου κόσμου το μπαλκόνι ποτέ μην ξαναβγείς”… και την συνοδεύω μελαγχολικός και θλιμμένος…
Πέμπτη 24 Μαΐου 2012.
Ήρεμο αττικό τοπίο. Το πρωινό με μια διάφανη συννεφιά, δροσερό αεράκι. Εκατέρωθεν του δρόμου αμπέλια, ελιές, φιστικιές, χαμηλοί λόφοι. Μια κοιλάδα που μέσα της φωλιάζει το ιερό της Βραυρώνιας Αρτέμιδος. Στην είσοδο του μουσείου σε υποδέχονται φραγκοσυκιές και ευκάλυπτοι. Είμαι ο πρώτος επισκέπτης, τα φώτα ανάβουν και φωτίζονται κατάλληλα οι τέσσερις αίθουσες.

Και να, με μιας περνάς σε άλλη εποχή. Κοιτώ τα εκθέματα, αμφορείς, κρατήρες, φιάλες, αγγεία ερυθρόμορφα και άλλα μελανόμορφα. Τότε που όλα ήταν τέχνη. Και αγάλματα παιδιών που αφιερώνουν στη θεά τα φτηνά παιγνίδια τους, πάνινες κούκλες ή το αγαπημένο τους ζωάκι. Επιτύμβιες και αναθηματικές στήλες.
Δεν πρέπει να ξεχνάμε τους νεκρούς. Τους έχουμε ανάγκη. Ζάρια, πεντόβολα και κότσια. Εμείς σαν ήμουνα παιδί το παιγνίδι με τα κότσι, το λέγαμε βεζίρη. Και αλίμονο στον κλέφτη.
Οι σφαλιάρες πηγαίνανε σύννεφο. Φοράω το χιτώνα μου τον καθαρό και πάω να παίξω, ένα δεκάχρονο παιδί μαζί με άλλα αγόρια και κορίτσια, κότσια.
Να δούμε τελικά ποιος έχει κότσια. Ένα οστό τόσο μικρό, πώς μας διασκεδάζει. 
Και είναι η θεά από πάνω μας χωρίς το τόξο της και τη φαρέτρα της και μας κοιτάει τρυφερά, μας αγκαλιάζει μ’ ένα βλέμμα. Και ξαφνικά ακούω φωνές Ήρθαν παιδιά να δουν και αυτά πως παίζανε οι αρχαίοι
Advertisements
Αρέσει σε %d bloggers: