Φρέσκα

Άνθρωπος στο super market…3 – Το Hendrick’s

της Αλεξάνδρας Λαμπροπούλου

Σπάνια την έβλεπε. Mια – δυο φορές το μήνα, στην καλύτερη τρεις, αλλά αυτός την περίμενε κάθε μέρα. Υπήρχαν μέρες που η επιθυμία του να την δει ήταν τέτοια, που κοιτούσε συνεχώς τις ανοιγόμενες πόρτες του καταστήματος. Άλλες μέρες, αν τύχαινε να έχει πολλές ώρες δουλειά στο γραφείο ή την αποθήκη, και σκεφτόταν ότι μπορεί να ήρθε και να μην την είδε, αρρώσταινε. Του είχε γίνει εμμονή.

Ο Χαράλαμπος ήταν o διευθυντής του super market. Πενήντα δύο ετών, παντρεμένος, με δύο κόρες. Συνεπής πατέρας, σύζυγος και εργαζόμενος. Ούτε το κατάλαβε πως του συνέβει αυτό. Την πρώτη φορά που κατάφερε επιτέλους να της μιλήσει, στεκόταν μπροστά από τα ποτά. Πάντα όταν την έβλεπε να μπαίνει, τριγυρνούσε στους διαδρόμους για να μπορεί να την παρακολουθεί. Αυτή δεν τον πρόσεξε ποτέ…
Πήγε κοντά της, τάχα να τακτοποιήσει κάτι στο ράφι. Αυτή γύρισε, τον κοίταξε και τον ρώτησε:«Μπορείτε να μου πείτε σας παρακαλώ αν έχετε Hendrick’s. Δεν το βλέπω στο ράφι» Στεκόταν και την κοιτούσε σαν χαζός.
Αφενός δεν ήξερε τι του ζητούσε, αφετέρου κάτι ρίγησε μέσα του.
Ήταν γύρω στα σαράντα, με νεανικό στυλ και ωραία χαρακτηριστικά. Ήταν ντυμένη απλά, αλλά με εξαιρετικό γούστο και λίγη αυστηρότητα. Τα ρούχα επάνω της δεν είχαν καμία σημασία. Απλά πλαισίωναν κάτι πολύ δυνατότερο, που φαινόταν όμως εντελώς απρόσιτο.Δεν ήταν αυτό που λέμε πανέμορφη αλλά κάτι απροσδιόριστο είχε μέσα της που την έκανε να λάμπει. Ένα φως έβλεπε μπροστά του ο Χαράλαμπος. Και εκτός από το φως μύριζε και το σύννεφο αρώματος που την περιέβαλλε. Πάντα μύριζε υπέροχα. Είχε φωνή σταθερή με ευγενική χροιά, ωραία άρθρωση και έναν υπολανθάνων ερωτισμό στον τόνο της. Τα μάτια του, η μύτη του και τα αυτιά του μεθούσαν σε κάθε τους συνάντηση.
«Με συγχωρείτε, δεν άκουσα», είπε για να κερδίσει χρόνο.«Ψάχνω για Hendricks και ίσως είναι μπροστά μου και δεν το βλέπω. Μπορείτε να με βοηθήσετε;» «Τι είναι το Hendrick’s;» τόλμησε να πει ενώ κοκκίνισε από ντροπή. «Το τζιν». «Δεν νομίζω να έχουμε, αλλά μισό λεπτό να κοιτάξω» Καθυστερούσε όσο μπορούσε και εν τέλει της είπε. «Δυστυχώς δεν έχουμε. Ίσως φέρουμε όμως». «Ευχαριστώ» του είπε κοφτά και κατευθύνθηκε προς τους ξηρούς καρπούς. Αυτός απλά έμεινε εκεί ακίνητος για λίγο, με στερεωμένο το βλέμμα του επάνω της.
Δεν είχε ποτέ σταθερή μέρα, ούτε ώρα που θα ερχόταν. Έμπαινε γρήγορα στο κατάστημα με ωραίο αγέρωχο και αποφασιστικό βήμα. Έπαιρνε πάντα καλάθι, πήγαινε στο ταμείο για λίγα τεμάχια, πλήρωνε και έφευγε.
Ο Χαράλαμπος την παρακολουθούσε. Δεν έψαχνε ποτέ τα προϊόντα. Πάντα ήξερε τι ήθελε και δεν καθυστερούσε. Τυριά, σαλάτες, γάλα, παξιμάδια, κρασί, μούσλι, και καφέ. Δεν την είχε πετύχει ποτέ στα απορρυπαντικά και τα σαμπουάν.
Μια μέρα την είδε μπροστά από τη ζάχαρη, σκυμμένη να ψάχνει. Πήγε κοντά της. Επέστρεφε την ξένη, που είχε πάρει κατά λάθος, και έπαιρνε Ελληνική. Σηκώνοντας τίναξε χαριτωμένα το κεφάλι για να φτιάξει τα μαλλιά της που είχαν πέσει μπροστά. Αυτή την κίνηση θα την θυμόταν για μέρες ο Χαράλαμπος. Αυθόρμητα του ξέφυγε. «Είστε πολύ ωραία δεσποινίς». Αυτή ξαφνιάστηκε από το άγαρμπο κομπλιμέντο αλλά απάντησε απαλά: «Ευχαριστώ». Μετά από αυτό ο Χαράλαμπος εξαφανίστηκε, δεν ήξερε τι άλλο να πει. Και δεν ήταν άνθρωπος που δεν ήταν ευφραδής, αλλά μπροστά σε αυτό του το συναίσθημα ήταν άμοιρος. Δεν έβγαινε λέξη από το στόμα του. Φοβήθηκε μη ρεζιλευτεί.
Ενάμιση χρόνο κράτησε το μαρτύριο του Χαράλαμπου. Έχασε τον ύπνο του, τη διάθεσή του για δουλειά, δυσκολευόταν στις υποχρεώσεις του. Ενάμιση χρόνο περίμενε μόνο για να την δει. Δεν έμαθε ποτέ το όνομά της. Δεν έμαθε ποτέ που ζει και πως ζει. Μόνο την φανταζόταν και την έπλαθε όπως ήθελε. Παρέμεινε ανεξιχνίαστη, απρόσιτη και υπέροχη, σαν όνειρο.
Ο Χαράλαμπος ζήτησε μετάθεση σε κατάστημα άλλης περιοχή, επικαλούμενος προσωπικούς λόγους και προσπάθησε να ξεχαστεί. Παρέμεινε ένας συνεπής σύζυγος, πατέρας και υπάλληλος. Δεν άλλαξε τίποτα στη ήρεμη ζωή του.
Όταν όμως βγαίνει έξω τα βράδια, πίνει μόνο Hendrick’s…
Advertisements
Αρέσει σε %d bloggers: