Φρέσκα

Το Ποπ eleven των αδελφών Φαληρέα…κι’ ένα βιβλίο

Ο Διονύσης Σαββόπουλος για τον Τάσο Φαληρέα.
«Ο Φαληρέας ήταν η καθημερινή ενσάρκωση της μεγάλης ανακάλυψης του περασμένου αιώνα,∙του κινηματογράφου. Όταν έβλεπε σε μας κάτι καλό, το μεγέθυνε, ώστε ν’ αναγκαστούμε να το δούμε, να πάρουμε θάρρος, να μην αμφιβάλλουμε πια. Γι’ αυτό ήταν περιζήτητος. Τον χρειαζόμασταν και αυτός ανταποκρινόταν όχι από κοσμικότητα, ούτε για να περάσει η ώρα, αλλά γιατί αυτή ήταν η αποστολή του: το ωραίο, το μεγάλο και το αληθινό.»

Ο Μανώλης Σαββίδης, επιμελητής της έκδοσης
«Τον ενδιέφερε οτιδήποτε (μα οτιδήποτε!) ανθρώπινο, κάθε εκδήλωση του ανθρωπίνου πνεύματος, της ανθρώπινης ψυχής, και ιδιαίτερα όσες ξεχώριζαν από τον κανόνα -εξ ου και το ενδιαφέρον του για τους προβληματικούς. Αυτό δεν ήταν το επαγγελματικό ενδιαφέρον ενός τεχνοκράτη, ενός επιστήμονα, ενός επιτήδειου, αλλά το ανιδιοτελές ενδιαφέρον ενός ανθρώπου απαλλαγμένου από τα περισσότερα συμπλέγματα που εμείς γνωρίζουμε, και ιδιαίτερα όσα έχουν να κάνουν με τον εγωισμό. Πρέπει να κατέληξε σχετικά νωρίς ότι η ζωή είναι πολύ σύντομη για να είσαι εγωιστής, και έτσι όπως έπαιρνε εμπειρίες, ιστορίες και παραστάσεις, δεν τις κρατούσε για να τις οικειοποιηθεί αλλά τις μοίραζε όπου θα έπιαναν τόπο, σαν δεινός playmaker που ήταν στο μπάσκετ». Ο σοφός Αθηναίος που έδωσε πνοή στο δισκάδικο «Pop 11», στο περιοδικό «Ντέφι», στην ελληνική μουσική Δεινός μπασκετμπολίστας (πίστευε ότι οι μπασκετμπολίστες είναι οι καλύτεροι άνθρωποι στον κόσμο γιατί προσέχουν να μη χτυπήσουν τον αντίπαλό τους), εργάτης της μουσικής, «βινυλιάνθρωπος», ο κουστουμάτος ζεν πρεμιέ με τις φαβορίτες που καθόταν στου Παπασπύρου στην αρχή της Ερατοσθένους και ο ορισμός του πνεύματος της γενιάς των Ελλήνων beat (Δενέγρη, Κουτρουμπούσης, Πουλικάκος κ.α.). «Ουσιαστικά, αυτή είναι η χαμένη γενιά. Είναι η γενιά που πάνω που ετοιμαζόταν να βγει, την τσάκισε η χούντα και μετά, στη Μεταπολίτευση, την τσάκισε η “αντίσταση απέναντι στη χούντα»”»
Ο Τάσος Φαληρέας γεννήθηκε το 1940 και πέθανε το 2000 από νεφρική ανεπάρκεια. Έζησε κυρίως στην Ελλάδα και στην Αμερική και ασχολήθηκε έντονα με οτιδήποτε αφορούσε το μουσικό γίγνεσθαι. Είτε από την πλευρά της δισκογραφίας, ως στέλεχος και ως ιδιοκτήτης των μεγαλύτερων ελληνικών δισκογραφικών, είτε από το ιστορικό δισκοπωλείο Pop 11 που είχε μαζί με τον αδερφό του Γρηγόρη, είτε ως εμπνευστής και συνομιλητής νέων μουσικών από τη γωνιά του στο Dolce (μετέπειτα Φίλιον) και το Chocolatiere της οδού Σκουφά. «Ήτανε καταλύτης στα μουσικά πράγματα. Είναι κάποιοι άνθρωποι που δεν μπορείς να περιγράψεις τι ακριβώς είναι αυτό που κάνουν, αλλά χωρίς αυτούς δεν θα ξέραμε ποια κατεύθυνση θα είχαν πάρει τα πράγματα. Ο Κατσίμπαλης στη λογοτεχνία, ο Παύλος Ζάννας στον κινηματογράφο. Μπήκε μέσα στην αμερικανική κουλτούρα, έζησε και στο Ντιτρόιτ κι έπειτα, μετά λόγου γνώσεως, άρχισε να μιλάει για τον Φρανκ Ζάπα, το ροκ εν ρολ και τη λειτουργία της μουσικής ως κοινωνικού φαινομένου. Αυτό προσπάθησε να το περάσει και να το υλοποιήσει και στην Ελλάδα, και μέσα από τη μουσική βιομηχανία, όπου δούλεψε για πάρα πολλά χρόνια», εξηγεί ο εκδότης της ανθολογίας. Γύρω από αυτό το μοτίβο κινούνται τα άρθρα του. Ήταν από τους πρώτους που συνέδεσαν επιτυχώς τα στοιχεία της ποπ κουλτούρας με την πολιτική και κοινωνική ανάλυση. O Ντίλαν, ο Ζάπα, οι Stones, το ροκ εν ρολ, το δημοτικό τραγούδι, ο Τσιτσάνης, ο Καζαντζίδης, ο Πατσιφάς της ΛΥΡΑ, ο κολλητός του, ο Σαββόπουλος, ο Άκης Πάνου, συνδέονται με την ελληνική κοινωνία, από τον Εμφύλιο μέχρι τη Μεταπολίτευση. Και επειδή, εξαιτίας της κρίσης, έχει αναφερθεί πάρα πολλές φορές η περίοδος της Αλλαγής και ο Ανδρέας Παπανδρέου, ο Φαληρέας γράφει γι’ αυτόν: «Για όποιον έχει γεννηθεί μέσα στην αλητεία, τον κοπρίτη τον καταλαβαίνεις από μίλια μακριά. Γι’ αυτό για εμάς ο Ανδρέας Παπανδρέου…».

Το δισκοπωλείο που διατηρούσε στην οδό Σκουφά θύμιζε όλα αυτές τις παράξενες «τρύπες» με τα περίεργα όντα που έχουμε δει σε ταινίες όπως το High Fidelity. Το Pop 11, μαζί με το Free Shop στα ρούχα, αποτελούσαν τον εν Αθήναις παράδεισο του τότε χίπστερ.
O Μανόλης Σαββίδης θυμάται πως «στο Pop 11 πήγαιναν όσοι ήθελαν να βρουν την ψαγμένη μουσική, τους ψαγμένους υπαλλήλους και την ψαγμένη άποψη. Σιγά σιγά, αυτό διαδόθηκε. Γνωρίζω ανθρώπους από την επαρχία που ερχόντουσαν εκεί για να ψωνίσουν. Χάρη στον Τάσο ακούσαμε παρά πολλά πράγματα, έφερνε φτηνούς δίσκους από την Ολλανδία και τους μεταπωλούσε εδώ. Ο ίδιος δεν θεωρούσε τον εαυτό αυθεντία. Έκανε πλάκα με τους υπαλλήλους του Pop 11. Έλεγε ότι “αυτοί τσακώνονται ποιος έπαιξε καλύτερα το “Cocaine”, o Clapton ή ο J.J. Cale”. Σημασία για τον Τάσο είχε η μουσική να έχει μια πραγματική έκφραση. Γι’ αυτό του άρεσε οτιδήποτε αυθεντικό και λαϊκό. Είτε αυτό ήταν τα μπλουζ του Μισισιπή, είτε τα δημοτικά, είτε τα λαϊκά». Εξάλλου, στην «Αφοί Φαληρέα» ηχογράφησε κυρίως λαϊκούς καλλιτέχνες.

Πηγή:http://www.lifo.gr http://www.enet.gr/?i=news.el.article&id=332790

Advertisements
Αρέσει σε %d bloggers: