Φρέσκα

Άνθρωπος Αδιάβαστος, Ξύλο Απελέκητο…Ηλίας Πετρόπουλος, Ο Μέγας αιρετικός

Ο Ηλίας Πετρόπουλος γεννήθηκε στην Αθήνα το 1928,  σπούδασε νομικά στο Πανεπιστήμιο  Θεσσαλονίκης  και εγκαταστάθηκε στο  Παρίσι 1973. Πέθανε το 2003.
Επίμονος ερευνητής των λαϊκών φραστικών επινοήσεων αλλά και πιστός στην πολυτονική γραφή, συστηνόταν ως λαογράφος και έψεγε με το ύφος του τον καθωσπρεπισμό του «πολιτικά ορθού». Το έργο του αναδίδει μια αίσθηση καθολικού ανθρώπου. Δεν θα ήταν υπερβολή να τον χαρακτηρίσουμε ιστορικό, λαογράφο, γλωσσολόγο, εικαστικό καλλιτέχνη, φωτογράφο – εν τέλει έναν ελευθέριο στοχαστή-ερευνητή που το έργο του αξίζει ευρύτερης προσοχής. Ήταν κάτι πολύ περισσότερο από ‘Έλληνας Μπουκόφσκι».

«Σύμφωνα με τη γνώμη κάποιων βιαστικών λαογράφων και γλωσσολόγων, ο λαός μας έπαψε να πλάθει παροιμίες και φραστικά κλισέ. Είμαι αναγκασμένος να τους διαψεύσω. Το γήπεδο, ορισμένοι επαγγελματίες (π.χ. οι σοφεράντζες), το μπαρ, οι σημερινοί νέοι, ο κόσμος των ομοφυλοφίλων, ο στρατός και άλλα κοινωνικά γκρουπ γεννοβολούν λογής-λογής τυποποιημένες εκφράσεις. Δεν είναι της στιγμής να μιλήσω γενικότερα. Θα ήθελα, τώρα, να αραδιάσω λίγες άγνωστες παροιμίες και φραστικά κλισέ που χρησιμοποιούσαν (ή χρησιμοποιούν ακόμη) τα Παιδιά της Φάρας.»
Χαρακτηρισμένος ως εθνολόγος του περιθωρίου και ερευνητής του ασήμαντου, κατέγραψε πρόσωπα και πράγματα περιφρονημένα από την επίσημη ιστορία της χώρας του.
«Αγαπώ τα τσογλάνια και τους κλέφτες και τις πουτάνες και τους χασικλήδες και τους ρεμπέτες και τους πούστηδες και τους τεμπέληδες γιατί καταφέρνουν και επιζούν κόντρα στην αστυνομία, κόντρα στο ποινικό μητρώο, κόντρα στην απαίσια ηθική των μικροαστών» 
Τα βιβλία του έχουν συχνά τη μορφή της μελέτης ή της μονογραφίας ενώ πολλά αποτελούν συλλογές άρθρων παρεμφερούς θεματικής, είτε αδημοσίευτων, είτε δημοσιευμένων σε περιοδικά και εφημερίδες της εποχής. Ο Ηλίας Πετρόπουλος έγινε γνωστός στο πλατύ κοινό με το βιβλίο του Το εγχειρίδιο του καλού κλέφτη που εκδόθηκε στην Αθήνα το 1979 από τον εκδοτικό οίκο Νεφέλη ενώ αναμφισβήτητη είναι και η αξία της πρώτης ρεμπετολογικής μελέτης στην Ελλάδα που ακόμα και σήμερα αποτελεί σημείο αναφοράς για τη μελέτη του ρεμπέτικου-τρόπου ζωής του περιθωρίου. 
Πνεύμα ανήσυχο και ερευνητικό, πολέμιος των ακαδημαϊκών και του κατεστημένου. Αμφισβητούσε τα πάντα, δεν πίστευε σε κανένα θεσμό (θρησκεία, στρατό, πολιτικές παρατάξεις). Λογοκρίθηκε και καταδικάστηκε τέσσερις φορές από τα ελληνικά δικαστήρια για τον  αναρχικό, μηδενιστικό χαρακτήρα των γραπτών του. Για το βιβλίο του Τα ρεμπέτικα τραγούδια, που δεν έφερε σφραγίδα λογοκρισίας, η χούντα τον καταδίκασε σε πεντάμηνη φυλάκιση το 1968, όπως και για τα Καλιαρντά το 1972 και για το κείμενό του Σώμα, που δημοσίευσε στο περιοδικόΤραμ. Δηλωμένος άπατρις, αναρχικός και άθεος κατόρθωσε έπειτα από απαίτηση του να αποκτήσει αστυνομική ταυτότητα το 1972- εν μέσω δικτατορίας- με τον τελευταίο προσδιορισμό. 
«Ο πανεπιστημιακός είναι ένας στοχαστής που δεν ονειρεύεται ποτέ. Μας κυβερνούν οι πλαστές ιδέες, που εμπορεύονται τα πανεπιστήμιά μας. Ο καθηγητής είναι σοβαρόν ζώον. Η σοβαροφάνεια κρύβει το καρδιοχτύπι της μηδαμινότητας». 
Αποσπάσματα από συνέντευξη:

Ποιοι είναι οι συγγραφείς που σας έχουν επηρεάσει περισσότερο;
«Δεν νομίζω ότι έχω δεχθεί συγκεκριμένες επιρροές από συγκεκριμένους συγγραφείς. Ο θεωρητικός οπλισμός μου και η ποιητική μου παιδεία βασίζεται κυρίως στην ελληνική και νεοελληνική γραμματολογία. Η γλώσσα μου είναι τα ελληνικά. Δουλεύω με αυτή τη γλώσσα. Για να μάθω καλά ελληνικά έπρεπε να μελετήσω προσεκτικά πώς μιλάει ο λαός μας και έπρεπε να διαβάσω τους έλληνες ποιητές και πεζογράφους. Από τους παλιούς αγαπώ τον Καβάφη, τον Κάλβο, τον Καρυωτάκη, τον Παπαδιαμάντη, τον Ροΐδη, τον Βιζυηνό. Δεν μου αρέσει καθόλου μήτε ο Καζαντζάκης, μήτε ο Ρίτσος. Προτιμώ άλλους: τον Αναγνωστάκη, τον Καρούζο, τον Εμπειρίκο, τον Γονατά, τον Ελύτη…»
Και από τους ευρωπαίους;
«Απεχθάνομαι το περιβόητο esprit francais. Ωστόσο, υπάρχουν κάποιοι γάλλοι συγγραφείς που αγαπώ. Και πριν απ’ όλους τον Σταντάλ. Θαυμάζω τους ρώσους κλασικούς, την αμερικάνικη λογοτεχνία εν γένει, καθώς και την αγγλική, τους μεγάλους ιταλούς συγγραφείς, ορισμένους σκανδιναβούς (τον Κνουτ Χάμσουν, τον Στρίνμπεργκ), ορισμένους γερμανούς (λέω «ορισμένους» γιατί λόγου-χάρη ο Τουχόλσκι με εντυπωσιάζει περισσότερο από τον Μπρεχτ)».

Εσείς αντιδράσατε γράφοντας ενάντια στον επίσημο ελληνικό σοβινισμό. Πώς ερμηνεύετε την εμφάνισή του;
«Πιστεύω ότι ο ρατσισμός είναι ένα φυσιολογικό φαινόμενο και ότι είναι αδύνατον να τον ξεριζώσουμε. Και ακριβώς γι’ αυτό, απαιτείται ένας συνεχής και έντονος αγώνας εναντίον του ρατσισμού, που, ως γνωστόν, εμφανίζεται με πολλές μορφές. Ο νεοελληνικός ρατσισμός οφείλεται, κατά μεγάλο μέρος, στην παιδεία μας που οδηγεί τα ελληνόπουλα στην παρανοϊκή αντιμετώπιση της βαλκανικής πραγματικότητας. Νομίζω ότι, το καλύτερο αντίδοτο κατά του ρατσισμού είναι η βαθιά γνωριμία μεταξύ των λαών.
Όσο για τους τάφους των βογομίλων της Βεύης, τους είδα με τα μάτια μου και τους εδημοσίευσα και στην Αθήνα και στο Παρίσι. Εννοείται πως η Μελίνα Μερκούρη δεν απάντησε ποτέ ούτε στην επίσημη επιστολή μου, ούτε στα άρθρα μου. Έτσι, η ψευτοσοσιαλίστρια υπουργίνα «απόδειξε» πως οι σλάβοι δεν πατήσανε ποτέ το «ιερόν έδαφος» της Ελλάδας!»…

https://zenithmag.wordpress.com/2015/06/26/%CE%B7%CE%BB%CE%AF%CE%B1%CF%82-%CF%80%CE%B5%CF%84%CF%81%CF%8C%CF%80%CE%BF%CF%85%CE%BB%CE%BF%CF%82-1928-2003-%CE%BF-%CE%BC%CE%B5%CE%B3%CE%B1%CF%83-%CE%B1%CE%B9%CF%81%CE%B5%CF%84%CE%B9%CE%BA%CE%BF/

 

Advertisements
Αρέσει σε %d bloggers: