Φρέσκα

Άνθρωπος στο super market… – Η Nivea

της Αλεξάνδρας Λαμπροπούλου

Μπήκαν στο super market, μάνα και κόρη, με τη γλώσσα του σώματός τους να αποκαλύπτει πολλά. Η κόρη στην εφηβεία, πήγαινε αρκετά μπροστά από την μητέρα, σαν να μην ήθελε να είναι μαζί της. Με όρθια κορμοστασιά και το κεφάλι ψηλά. Είχε όλη την αυθάδεια και τη σκληρότητα των δεκαεπτά χρόνων της. Ήταν όμορφη αλλά τα χέρια της καθώς περπατούσε δεν αφήνονταν ελεύθερα να κρέμονται, παρά τα περιόριζε μπροστά, προστατεύοντας το στομάχι και την κοιλιακή χώρα, δείγμα βαθιάς ανασφάλειας, ενδόμυχου φόβου και ευάλωτης πονεμένης φύσης. Τα χέρια της ήταν λευκά και φίνα, με μαλακό δέρμα και μακριά δάκτυλα.
Η μητέρα ήταν σαράντα πέντε χρονών, με ασυνήθιστα βαθιές ρυτίδες στα μάτια και το άνω χείλος, για την ηλικία της. Κοντοκουρεμένη, είχε ασπρίσει πρόωρα, και οι ρίζες από τα άβαφα μαλλιά της ήταν τουλάχιστον τριών μηνών. Κρατούσε στα χέρια της μια τσάντα φτηνή, πλαστική και εντελώς φθαρμένη. Τα ρούχα της ήταν πολυφορεμένα. Το δέρμα των χεριών της ήταν κατεστραμμένο, ξεραμένο και με μικρές πληγές από τα απορρυπαντικά και τις χλωρίνες. Τα νύχια της ήταν διαλυμένα.
Η Μίρα ήρθε στην Ελλάδα από την Αλβανία το 1997, αργότερα από το μεγάλο ρεύμα των μεταναστών. Ήταν παντρεμένη από τα δεκαέξι της με τον Βίκτορ, έμεναν στο Μπεράτι της Αλβανίας και δούλευαν στα εργοστάσια της πόλης. Ο Βίκτορ στο εργοστάσιο ζυμαρικών και η Μίρα στο εργοστάσιο εσωρούχων. Είχαν και ένα αγοράκι που το έλεγαν Χότζα προς τιμή του πεθερού της. Λίγο πριν την κατάρρευση του κράτους κατέρρευσε και η οικογένειά της.

Ένα απόγευμα ο πεντάχρονος Χότζα είχε κατέβει στον Οσούμ, το ποτάμι του Μπεράτι, που φτιάχτηκε από τα δάκρυα μιας νέας κοπέλας σύμφωνα με τον θρύλο. Εκεί κυνηγούσε βατράχια και έψαχνε για λιβελούλες. Ο Οσούμ ήταν αγριεμένος λόγω των νεροποντών των προηγούμενων ημερών. Γλίστρησε στα ορμητικά νερά και χάθηκε. Κάποιος τον είδε από μακριά, δεν πρόλαβε να βοηθήσει, μόνο μαρτύρησε το πεπρωμένο του παιδιού. Το κορμάκι του δεν βρέθηκε ποτέ, δεν το άγγιξαν ποτέ τα χέρια της μάνας του νεκρό. Ένα άδειο φέρετρο έθαψαν. Ένα λευκό άδειο φέρετρο μαζί με την καρδιά της.
Μετά το χαμό του παιδιού γύρισαν πίσω στο χωριό της Μίρας το Λαπαρδά, όπου με τις ελιές και τα ζώα τα έφερναν γύρω. Ήταν ακόμα νέοι και θα μπορούσαν να κάνουν άλλα παιδιά, αλλά αυτά δεν έπαιρναν το δρόμο για να έρθουν. Τότε ήταν που αποφάσισαν να μεταναστεύσουν στην Ελλάδα, να αλλάξουν κλίμα, να ξεχάσουν και να ξεκινήσουν από την αρχή. Έτσι υπολόγιζαν.
Στην Ελλάδα δούλευαν και οι δύο σαν τα σκυλιά και έκαναν αιματηρές οικονομίες. Η Μίρα καθάριζε σπίτια και σκάλες και ο Βίκτορ σε φούρνους αρτεργάτης. Ήθελαν να φτιάξουν το σπίτι στο χωριό και τη ζωή τους στην ξένη χώρα. Ξεχάστηκαν λίγο από τον καημό τους και το πολυπόθητο παιδί έφτασε. Και οι δύο ήθελαν αγόρι. Πίστευαν ότι κάτι θα αντικαθιστούσαν από τον μικρό Χότζα που χάθηκε στα νερά του Οσούμ. Κάτι θα επέστρεφε από αυτόν. Αλλά η ζωή, τους έστειλε την Κλωντιάνα.
Μετά το αρχικό σοκ της ματαίωσης του ονείρου τους, όλα πήραν τη σειρά τους. Η Μίρα και ο Βίκτορ δούλευαν σκληρά, η Κλωντιάνα μεγάλωνε, έγινε άριστη μαθήτρια, στο Γυμνάσιο ήταν σημαιοφόρος και ο στόχο της ήταν να μπει στην Ιατρική του χρόνου.
Όλα πήγαιναν φαινομενικά καλά. Προόδευε η οικογένεια. Αλλά το φάντασμα του μικρού Χότζα ήταν πάντα εκεί, ότι και να έκαναν. Βαριά αποσκευή για τον ψυχισμό όλων. Η Μίρα δεν μπόρεσε ποτέ να συνδεθεί συναισθηματικά με το κορίτσι της, μετά το βαθύ τραύμα της απώλειας του Χότζα. Της πρόσφερε τα πάντα, αλλά αγάπη μητρική δεν είχε να της δώσει. Το ίδιο και ο Βίκτορ. Δούλευε σκληρά, φρόντιζε για την εκπαίδευση της κόρης του, χαιρόταν και καμάρωνε για αυτήν, αλλά δεν μπορούσε να την πλησιάσει. Σαν να μην ήταν δικό τους αυτό το παιδί που ήρθε σε μια ξένη χώρα.
Η Κλωντιάνα απαιτούσε καθημερινά την αγάπη που δεν έπαιρνε από παιδί, μέχρι που μέσα της έσβησε πια και αυτό, μαράθηκε. Η τεράστια διαφορά νοοτροπίας επιδείνωσε την κατάσταση. Η Κλωντιάνα δεν μιλούσε Αλβανικά, αρνιόταν τα καλοκαίρια να πηγαίνει στο χωριό, επικαλούμενη τα διαβάσματά της, και ντρεπόταν για την καταγωγή των γονιών και την προφορά των Ελληνικών τους. Δεν ήθελε να κυκλοφορεί μαζί τους, και όταν αυτό συνέβαινε αναγκαστικά, δεν τους άφηνε να μιλήσουν. Είχε γίνει εξουσιαστική και σκληρή απέναντί τους. Το δικό της φάντασμα ήταν ακόμα βαρύτερο. Την συνέθλιβε…
Εκείνο το απόγευμα στο super market πήγαν μη προγραμματισμένα. Η κόρη είπε στην μητέρα της πως είναι ντροπή να κυκλοφορεί στον κόσμο έξω με τέτοια χέρια. Η Μίρα της είπε πως αυτά τα χέρια, έτσι όπως είναι, φέρνουν το φαγητό και πληρώνουν τα φροντιστήρια της. Η Κλωντιάνα ανταπάντησε πως αυτό δεν έχει καμία σχέση. Οφείλει να τα περιποιείται, να τα προστατεύει και να τα φροντίζει. Οφείλει να τα αγαπάει. Ίσως ενδόμυχα κάτι άλλο να εννοούσε…
Έτσι κατέληξαν στο ράφι με τις κρέμες. Η Mίρα δέχτηκε να πάρει μόνο μια συσκευασία της Nivea, για να της κάνει το χατίρι.
Αυτά τα χέρια δεν την ένοιαζαν. Της ήταν άχρηστα πια…
Advertisements
Αρέσει σε %d bloggers: