Φρέσκα

Αληθινές ιστορίες Μπραχαμίου… Ο κουφός Αρχάγγελος

 

της Αλκυόνης

Η ιστορία είναι απολύτως αληθινή και αφορά ανθρώπους που έχουν ζήσει στο Μπραχάμι. Τα ονόματα και οι χαρακτήρες έχουν παραποιηθεί για ευνόητους λόγους…
Ο δρόμος ήταν στενός και ανηφορικός. Ούτε άσφαλτος, ούτε πεζοδρόμια, όπως οι περισσότεροι δρόμοι του Μπραχαμίου. Ήταν πολλά τα ρέματα, πολλές και οι ανηφόρες. Το σπίτι της οικογένειας Διαλεγμένου, θύμιζε τρένο. Δωμάτια κτισμένα το ένα πίσω από το άλλο. Καθώς μεγάλωνε η οικογένεια προσέθεταν και ένα ακόμη.

 

Στο τελευταίο είχε εγκατασταθεί η γιαγιά Αγγελικώ. Δεν ήταν γριά η γυναίκα αλλά μόλις απέκτησε εγγόνια, όλοι έτσι την αποκαλούσαν. Ήταν υγιής και δραστήρια. Από τα χέρια της περνούσαν τα πάντα. Όταν ο Μιχάλης, ο γιος της, παντρεύτηκε με την Καλλιόπη, εξίσου ικανή και άξια με τη μάνα του, η Αγγελικώ περιορίστηκε στην καθαριότητα του δικού της δωματίου και γέμιζε τον ατελείωτο χρόνο της με το πλέξιμο και το ράψιμο.
Η σχέση της με την Καλλιόπη ήταν μεταξύ φθοράς και αφθαρσίας, και αυτό προς χάρη του Μιχάλη. Η γυναίκα του τον φοβόταν λίγο και η μάνα του τον λυπόταν άλλο τόσο. Δούλευε στην οικοδομή, μέσα στα κρύα τον χειμώνα και το λιοπύρι τα καλοκαίρια. Σπάνια έχανε μεροκάματο…
Η Αγγελικώ σαν τελείωνε τις δουλειές της «ξήλωνε τα μαλλιά και τα έκανε κουβάρια». Όπως λέει και μια παροιμία «Καιρός πανιά, καιρός παιδιά, καιρός αδράχτια μοναχά». Τα προικιά της κοπέλα τα είχε κεντήσει, τα παιδιά της νέα τα είχε αναθρέψει, τώρα αρκετές ώρες μόνη της, έπλεκε ρούχα για όλους.
Δεν διαμαρτυρόταν σε κανέναν, τα έλεγε μόνο στον αρχάγγελο Μιχαήλ. Τον λάτρευε και τον ευλαβόταν. Είχε δώσει και το όνομά του στο γιο της. Σε αυτόν λοιπόν παραπονιόταν αλλά και τον παρακαλούσε να έρθει να την πάρει πριν αρρωστήσει. Να την πάρει όρθια.
‘Ομως ο Ταξιάρχης είναι κουφός. Έτσι το θέλησε ο Θεός για να μην ακούει τα κλάματα και τον σπαραγμό των ανθρώπων όταν κάποιος πεθαίνει. Έμενε ασυγκίνητος ως κουφός και έκανε σωστά τη δουλειά του αδέκαστος.
Από τις αρχές του Νοεμβρίου άρχιζαν οι ετοιμασίες για τις οκτώ του μήνα που ήταν η γιορτή του Μιχάλη και της γιαγιάς Αγγελικώς. Άσπριζαν τον μαντρότοιχο, τις πλάκες της αυλής, έπλεναν τα πορτοπαράθυρα, έστρωναν τα κιλίμια και τις φλοκάτες, κολλάριζαν σεμεδάκια και κουρτίνες, όλα φτιαγμένα από τα χέρια της γιαγιάς. Και τα γλυκά ήταν δικής αρμοδιότητα.
Πρώτα από όλα πήγαιναν με την Καλλιόπη για ψώνια. Έπαιρναν το λεωφορείο 111, κατέβαιναν στη στάση Νανά και ξεκινούσαν από το μπακάλικο του Πρασόπουλου. Όλα με τη σέσουλα. Αλεύρι, ζάχαρη κλπ. Ύστερα έμπαιναν στο Πανσόλ. Αυτό το μαγαζί και τι δεν είχε! Πράγματα και θαύματα. Καραμέλες, κουφέτα, κανελογαρύφαλλα, παστοκύδωνο, φιστίκια, καρυδόψυχα, διάφορα λικέρ και σουμάδα, ένα ποτό από αμύγδαλα.
Η σουμάδα ήταν συνηθισμένο κέρασμα, για το λευκό της χρώμα, στους γάμους. Η μητέρα της Καλλιόπης την έκανε πολύ αραιωμένη στο γάμο της κόρης της και λίγο έλειψε να μην γίνει το μυστήριο από τον καυγά που ρίξανε οι δυο συμπεθέρες. «Που ακούστηκε τέτοια τσιγκουνιά, τέτοια καρμιριά», ξεφώνιζε η Αγγελικώ. Έχανε βλέπεις το γιο της και κάπου έπρεπε να ξεσπάσει.
Η άλλη έκανε πίσω, μην της μείνει η Καλλιόπη στο ράφι. Έτσι και τώρα για να λείπουν οι παρεξηγήσεις η νύφη άφηνε στην πεθερά της να έχει τον πρώτο λόγο στα ψώνια. «Εσείς ξέρετε καλύτερα μητέρα!» έλεγε με φονική διάθεση.
Παρόλα αυτά τα γλυκά είχαν πάντα επιτυχία. Καρυδόπιτα με μοσχοκάρφια και κουραμπιέδες με βούτυρο γάλακτος. Η Καλλιόπη έβγαζε το άχτι της στο μαγείρεμα. Έφτιαχνε κάτι λαχανοντολμάδες να γλύφεις τα δάκτυλά σου.
Θύματα εκείνων των ημερών ήταν τα παιδιά. Εκτός ότι δεν επιτρεπόταν να αγγίζουν τίποτα μέσα στο σπίτι, έπρεπε να βγάζουν και τα παπούτσια τους για να μπουν μέσα. Λες και ήταν Ιάπωνες!
Μετά τη γιορτή επιτέλους τα πράγματα ηρεμούσαν κάπως και η Αγγελικώ συνέχιζε να παρακαλάει τον κουφό Μιχαλάκη της, να έρθει να την πάρει. Αλλά αυτός που να ακούσει! Την είχε ξεχάσει εκεί στο βάθος της αυλής. Πέθανε εκατόν τεσσάρων ετών. Η Καλλιόπη ήταν πια και εκείνη γριά, ο δε γιος της Μιχάλης την είχε κάνει προ πολλού παρέα με τον Αρχάγγελο και είχε γλυτώσει και από τις δυο τους.
Το όνομα Μιχάλης δεν το πήρα κανένα του εγγόνι, επικράτησαν τα κορίτσια. Αλλά και το Καλλιόπη δεν είχε καλύτερη τύχη, μιας και η ίδια δεν το ήθελε. Δε γνώριζε τίποτα για κάποια μούσα με το ίδιο όνομα, αλλά μόνο την απέχθεια των φαντάρων για το αντικείμενο της αγγαρείας τους. Αγγελικούλες, Κικίτσες και Άντζελες ονομάστηκαν σχεδόν όλα τα κορίτσια της οικογένειας.
Αλλά και το εικόνισμα που κρατούσε δίπλα στο κρεββάτι της η Αγγελικώ, του Αρχαγγέλου Μιχαήλ δεν είχε καλύτερη μοίρα. Τους φόβιζε όλους αυτός ο πάνοπλος στρατιώτης. Ήταν αγέλαστος και τους κοιτούσε λες και ήθελε να τους κόψει τα κεφάλια με τη ρομφαία του. Τον δώρισαν σε κάποια εκκλησία πιστεύοντας ότι ήταν ευτελούς αξίας. Μετάνιωσαν αργότερα, αλλά ήταν πια πολύ αργά…

 

 

Advertisements
Αρέσει σε %d bloggers: