Φρέσκα

Αληθινές ιστορίες του Μπραχαμίου…5 – Ναυάγιο στη στεριά

της Αλκυόνης 

Η ιστορία είναι απολύτως αληθινή και αφορά ανθρώπους που έχουν ζήσει στο Μπραχάμι. Τα ονόματα και οι χαρακτήρες έχουν παραποιηθεί για ευνόητους λόγους…
Το πεζοδρόμιο της Τατάκη γέμισε από τις βαλίτσες που έφερε μαζί του. Πλήρωσε τον ταξιτζή και ετοιμαζόταν να χτυπήσει το κουδούνι του σπιτιού του, όταν η πόρτα άνοιξε. Εμφανίστηκε ο γιος του, ένα δεκαεξάχρονο αγόρι με μακριά μαύρα μαλλιά και ακριβώς από πίσω του η Ευγενία. Τον υποδέχτηκαν με συγκρατημένη χαρά. Αυτός τους κράτησε πολύ ώρα μέσα στην αγκαλιά του και με τρόπο σκούπισε τα δάκρυά του.

Πλοία αραγμένα στο λιμάνι – Χριστόφορος Μπαλαμπανίδης

 

Τρόμαξε να γνωρίσει τη γυναίκα του, πάντα όμορφη, όμως έδειχνε νεώτερη από την τελευταία φορά. Ο Σπύρος είχε γίνει ολόκληρος άντρας πια. Τέσσερα χρόνια είχε να τους δει ο καπετάν Στέφανος. Στο σπίτι μέσα τον περίμεναν οι δύο κόρες του, που τον υποδέχτηκαν και αυτές με συστολή. Ο Στέφανος που ένοιωσε τη δυσκολία τους, για να σπάσει τον πάγο άρχισε να μοιράζει τα δώρα που τους είχε φέρει. Με καταιγισμό ερωτήσεων ζητούσε να μάθει τα πάντα γι αυτούς. Του απαντούσαν ευγενικά, αλλά βαριεστημένα. Η ατμόσφαιρα παρέμενε ψυχρή. «Δίκιο έχουν» σκέφτηκε, τέσσερα χρόνια είναι πολλά, χρειάζονται όλοι χρόνο.
Θα έμενε περισσότερο από τρεις μήνες και ήλπιζε ότι όλα θα γίνονταν όπως παλιά. Όπως τότε που η Ευγενία του έγραφε συχνά ατελείωτα γράμματα. Με λεπτομέρειες για την υγεία και τη μόρφωση των παιδιών, και κάθε γεγονός που συνέβαινε στη ζωή τους. Τότε του έγραφε πόσο μόνη ένιωθε μακριά του και τον παρακαλούσε να γυρίσει σύντομα. Ο Στέφανος γνώριζε καλά, πως λόγω της δουλειάς του, σαν σύζυγος και πατέρας ήταν ανεπαρκής και πάντα απών και στις χαρές και στις λύπες. Στις οικονομικές υποχρεώσεις του όμως συνεπέστατος. Έβγαζε πολλά χρήματα και πολλά έστελνε. Σκυλοπνιγόταν για να μην τους λείψει τίποτα. Αγαπούσε πολύ τα παιδιά του και ήταν ακόμα ερωτευμένος με τη γυναίκα του. Φαίνεται όμως ότι η θάλασσα ήταν η πιο μεγάλη του αγάπη. Μακριά της ένοιωθε σαν το ψάρι στη στεριά.
Η Ευγενία τον άφησε με τα παιδιά και χώθηκε στην κουζίνα. Όπως τον είχε ενημερώσει στο τηλέφωνο, απόψε θα ερχόταν ο Αργύρης, υποψήφιος γαμπρός με την οικογένειά του να ζητήσει επισήμως την Αναστασία, τη μεγάλη του κόρη. Μητέρα και κόρες έστρωσαν ένα τέλειο τραπέζι με τα πανάκριβα σερβίτσια, όλα αγορασμένα από τα ταξίδια του καπετάνιου. Γέμισαν τις πιατέλες με σολωμό, πάπιες και σουφλέ σπανάκι. Ο Στέφανος ορεγόταν να φάει κάτι πιο Ελληνικό και παραδοσιακό. Δεν θα ταίριαζε όμως με την περίσταση.
Ο Αργύρης ανερχόμενος δικηγόρος και οι γονείς του, νεόπλουτοι και κάτοικοι βορείων προαστίων. Η Ευγενία μπροστά στους συμπεθέρους ένοιωθε μειονεκτικά και δεν έλεγε ότι έμεναν Μπραχάμι παρά στον Άγιο Δημήτριο. Όταν τελείωσαν με τα τυπικά, η συζήτηση στράφηκε στην πολιτική και το ποδόσφαιρο. Ο συμπέθερος και ο Αργύρης, οπαδοί της δεξιάς και του Παναθηναϊκού. Ο Στέφανος, Ολυμπιακός και φανατικός Πασοκατζής μέχρι κόκαλο. Η Ευγενία βιάστηκε να σερβίρει τα γλυκά για να σώσει την εμπόλεμη κατάσταση.
Όταν οι επισκέπτες αναχώρησαν κανείς δεν μπήκε στον κόπο να ρωτήσει τον Στέφανο πως του φάνηκε ο γαμπρός και η οικογένειά του. Ένοιωσε για άλλη μια φορά ξένος. Ξεροκατάπιε τον κόμπο που του είχε καθίσει στο λαιμό και προτίμησε να πάει να κοιμηθεί. Χωμένος στα σεντόνια χαλάρωνε περιμένοντας σαν νιόπαντρος την γυναίκα του. Δεν την είχε χορτάσει την Ευγενία. Δεν την είχε χαρεί όσο ήθελε. Την ποθούσε με την ίδια λαχτάρα όπως στην αρχή. Ήθελε να την νοιώσει ξανά δική του. Να κερδίσει τον χαμένο χρόνο. Να χαθεί μέσα της και να ξαναγεννηθεί στην αγκαλιά της. Ήθελε τα φιλιά και τα χάδια της να γλυκάνουν την αλμύρα της θάλασσας, και από την ψυχή και από το κορμί του.
Μετά από πολύ ώρα και αφού είχε τακτοποιήσει τα πάντα, δέησε να εμφανιστεί η Ευγενία. Ήταν κατάκοπη, αλλά άρχισε αμέσως τις υποδείξεις για την συμπεριφορά του κατά τη διάρκεια του δείπνου. Ο Στέφανος ένοιωσε να τον πνίγει η αγανάκτηση και για να μην πει καμιά βαριά κουβέντα, της έφραξε το στόμα με ένα καυτό ατελείωτο φιλί. «Άσε τις γκρίνιες. Θέλω να μου πεις ότι σου έλειψα, πως με αγαπάς και πως με θέλεις» της ψιθύριζε, ενώ συνέχιζε να τη φιλά και να την χαϊδεύει με λατρεία. Την Ευγενία δεν την παρέσυρε το πάθος του. Τα ατελείωτα μοναχικά βράδια οι ευθύνες και οι υποχρεώσεις, οι καθημερινές ανάγκες και οι δύσκολες αποφάσεις που έπρεπε να πάρει πάντα μόνη της, την είχαν στεγνώσει πια από τη θηλυκότητά της, από τη γυναικεία της υπόσταση. Δεν ένοιωθε καμία ερωτική επιθυμία. Τα είχε πνίξει όλα αυτά μέσα της, αφού έπρεπε να είναι και γυναίκα και άνδρας, και μάνα και πατέρας στην οικογένεια. Έτσι ακούμπησε τα χέρια της σταθερά στο στήθος του, τον απώθησε και κοιτάζοντάς τον κατάματα, απάντησε στις ερωτήσεις του με μια και μόνο ερώτηση: «Εσύ στα αλήθεια με αγαπάς?». Με αυτές τις λίγες λέξεις έβαλε τα πράγματα στη σωστή τους θέση. Ήταν σαν να του έλεγε: «Τι μου ζητάς τώρα? Που ήσουν εσύ και η αγάπη σου που παλεύω μοναχή στη ζωή? Καλά είναι τα χρήματα, μα δεν αρκούν». Ο Στέφανος κατάλαβε, αυτά που δεν του είπε, γύρισε πλευρό και έκανε πως τον πήρε ο ύπνος.
Οι μέρες και οι νύχτες που ακολούθησαν ήταν ίδιες, μόνο υποχρεώσεις, χωρίς όνειρα και προσδοκίες. Μετά από δεκαπέντε μέρες ξαφνικά βρήκε μπάρκο και τους αποχαιρέτησε στο σπίτι. Δεν θέλησε κανείς να τον συνοδέψει στο λιμάνι. Μπήκε σε ένα εμπορικό κατάμαυρο πλοίο όπως ακριβώς ήταν και η ψυχή του. Μάταια είχε προσπαθήσει όλες αυτές τις μέρες να έρθει κοντά με την Ευγενία και τα παιδιά του. Είχε χαθεί κάθε δυνατότητα επικοινωνίας πια.
Επέστρεψε λοιπόν στη θάλασσα. Αυτή την γνώριζε καλά, και με τις φουρτούνες και με τις μπονάτσες της. Στην υγρή αγκαλιά της ένοιωθε άνδρας δυνατός και ασφαλής. Ήξερε να την παλεύει, και αυτή ήξερε να τον πλανεύει. Για αυτόν ήταν η μοναδική του αγάπη, σαν μάνα, σαν γυναίκα, σαν ερωμένη. Ήταν η μοίρα του…
Αυτή η ιστορία θα μπορούσε να έχει συμβεί οπουδήποτε. Συνέβη όμως στο Μπραχάμι το 1980. Ο Στέφανος είναι τώρα πια συνταξιούχος. Ζει μόνος του στην Πύλο, δίπλα στη θάλασσα. Η Ευγενία μένει στην Εκάλη μαζί με την κόρη και τον γαμπρό της. Ο Σπύρος έγινε γιατρός και συμμετέχει σε ανθρωπιστικές εκστρατείες και η μικρότερη κόρη της οικογένειας, τρέχει στους ψυχολόγους για να βρει τη χαμένη της ισορροπία…
Advertisements
Αρέσει σε %d bloggers: