Φρέσκα

Αληθινές ιστορίες του Μπραχαμίου…6 – Οδός Ιωαννίνων

 

της Αλκυόνης

 

Η ιστορία είναι απολύτως αληθινή και αφορά ανθρώπους που έχουν ζήσει στο Μπραχάμι. Τα ονόματα και οι χαρακτήρες έχουν παραποιηθεί για ευνόητους λόγους…

Στα όρια του Δήμου Μπραχαμίου βρίσκεται η σημερινή γειτονιά. Αρχικά πολύ αραιοκατοικημένη, ένα σπίτι εδώ, πάντα ισόγειο, και ένα εκεί πενήντα μέτρα παρακάτω. Οι πρώτοι άνθρωποι που εγκαταστάθηκαν, έτυχε να είναι από την Ήπειρο και φυσικά έδωσαν στους δρόμους ονόματα από την γενέτειρά τους. Στην οδό Ιωαννίνων έμεναν οι περισσότεροι. Τα οικόπεδα αρχικά ανήκαν σε Aρβανίτες, παλαιότερους κατοίκους του Μπραχαμίου.
Τα σπίτια άρχισαν σιγά – σιγά να πληθαίνουν και ανάγκη ήταν να υπάρξουν κάποια μαγαζιά για να εξυπηρετούνται οι καθημερινές ανάγκες της γειτονιάς. Το πρώτο και αρκετά ευρύχωρο νοικιάστηκε από τον κυρ Χρήστο που δούλευε μέχρι τότε αρτεργάτης στη Γούβα. Ήταν κατάλληλο για φούρνος. Έτσι ένα πρωί μοσχοβόλησε ο δρόμος από το φρεσκοψημένο ψωμί και τα σιμίτια. Ο κυρ Χρήστος αποδείχτηκε σπουδαίος φούρναρης και η Παναγιώτα η γυναίκα του μαζί με τα παιδιά, όλη την ημέρα πίσω από τον πάγκο εξυπηρετούσαν και πουλούσαν τα αφράτα και πεντανόστιμα προϊόντα τους.
Το επόμενο μαγαζάκι που άνοιξε ήταν εμπορικό, ο κυρ Νίκος που ήταν πρόσφυγας από την Μικρά Ασία πάντα ευγενικός με το χαμόγελο στο καλοσυνάτο πρόσωπό του. Αυτός γέμισε τους πάγκους του με φόδρες, εσώρουχα, κάλτσες, πυτζάμες και ρόμπες. Εκείνη την εποχή οι γυναίκες ήταν απαραίτητο να φοράνε ρόμπες. Μια πρόχειρη για τις πρωινές δουλειές και μια καλή για το απόγευμα, όταν η μία πήγαινε στο σπίτι της άλλης. Γυναικείες υποθέσεις. Έτσι ο φούρνος και το εμπορικό έδωσαν ζωή και κίνηση στο δρόμο. Άνοιξαν και άλλα μαγαζιά. Ένας Κρητικός έφερνε λάδι, παξιμάδια και τυριά από τη Μεγαλόνησο. Ο Βαγγέλης ο τσαγκάρης έκανε το διάδρομο του σπιτιού εργαστήριο. Άλλαζε τακούνια και έβαζε φόλες στις τρύπιες σόλες.
Ακριβώς στην Ιωαννίνων και Φιλιατρών άνοιξε κομμωτήριο η Πίτσα Ωραιοπούλου. Ήταν περίπου 22 χρονών, αφράτη και γλυκιά σαν τα τσουρέκια της Λαμπρής. Κατάξανθη με ένα μαλλί ίσα με την μέση και μάτια μαύρα, φωτιά και λαύρα. Οι γυναίκες πολύ το χάρηκαν το νέο κομμωτήριο, οι άντρες δε, το καταχάρηκαν! Εγκατέλειψαν το παραδοσιακό κουρείο του Μπάμπη και έγιναν τακτικοί πελάτες της Πίτσας εκτός από λίγους άντρες που είχαν μουστάκια και έχρηζαν ειδικής μεταχείρισης από τον κουρέα. Όταν όμως η Λάσκαρη έβαλε τον Γεωργίτση να το ξυρίσει, ο Μπάμπης σπανίως έβλεπε πελάτες στο κουρείο του.
Ο Μπάμπης έγινε φανατικός εχθρός της Πίτσας. Στην αναδουλειά του άρχισε τις βίζιτες στα διπλανά μαγαζιά και κατηγορούσε την κομμώτρια. Τι παρδαλή την έλεγε, τι αντροχωρίστρα, γίδα την ανέβαζε, αλόγα την κατέβαζε. Ο κυρ Νίκος τον πέταξε έξω από το εμπορικό του. «Ντροπή σου, τι είναι αυτά που λες». Ο κυρ Χρήστος ο φούρναρης δεν είχε χρόνο γι αυτά, αφού ξύπναγε από τα χαράματα και έπρεπε να πάει για ύπνο. Ο χασάπης όμως ο Θρασύβουλας είχε αρκετό χρόνο για κουτσομπολιά. Το κρέας ήταν σπάνιο την εποχή εκείνη και το αγόραζαν μόνο το Σάββατο. Τις άλλες μέρες μόνο σε γιορτές και ιδιαίτερες περιπτώσεις.
Τακίμιασε με τον Μπάμπη και ολημερίς παρακολουθούσαν την Πίτσα και τις πελάτισσές της. Στην αρχή ο Θρασύβουλος προσπάθησε να της κάνει κόρτε. «Μανάρι μου, ότι θες εσύ» της έλεγε και σκοτωνόταν να την εξυπηρετήσει και να της πάει ο ίδιος τα ψώνια της. Έβαζε και καμιά συκωταριά παραπάνω στην τσάντα. Η Πίτσα δεν συγκινήθηκε. Γύρισε πίσω το πεσκέσι λέγοντας: «Κάνατε λάθος, εμείς δεν τα τρώμε τα εντόσθια κύριε Θράσο». Η ανδρική του υπόσταση πήρε πολύ βαριά την απόρριψη, έγιναν κόμπο τα δικά του τα άντερα και έχασε τον έλεγχο.
Μαζί με τον κουρέα έφτιαχναν απίθανες ιστορίες για την τιμή και το ήθος της Πίτσας, αλλά και κάθε πελάτισσας που σύχναζε στο μαγαζί της. Οι σουρλουλούδες, οι κακονοικοκυρές. Σίγουρα έχουνε γκόμενο και συνεχώς φτιάχνουν το μαλλί, διέδιδαν όπου τους έπαιρνε και ιδιαίτερα στο καφενείο του Μηνά. Άλλος χασομέρης και αυτός! Είχε φορτώσει όλη τη δουλειά στη γυναίκα του και έπαιζε δηλωτή με τους πελάτες.
Το πράγμα απλώθηκε. Κάποιοι νοικοκυραίοι έκαναν συστάσεις στις γυναίκες και τις κόρες τους. Τα μαντάτα δεν άργησαν να φτάσουν στα αυτιά της Πίτσας. Δεν έμεινε με σταυρωμένα χέρια βέβαια. Επισκέφτηκε τους συκοφάντες στα μαγαζιά τους. Βλέπεις και στα κομμωτήρια υπάρχει κουτσομπολιό. Τι τους είπε με χαμηλή φωνή για τις δικές τους πομπές (ειδικά του Μπάμπη που γλυκοκοίταζε τα αγοράκια), κανείς δεν το έμαθε λεπτομερώς.
Από τότε ο Θράσος γύρισε στις γαρδούμπες του και έκοψε με το μαχαίρι την καλημέρα στον κουρέα. Δείξε μου τον φίλο σου να σου πω ποιος είσαι, ο χασάπακλας ήταν και πολύ άντρας.
Η Πίτσα έχει ακόμα κομμωτήριο στην περιοχή και γνωρίζει όλα τα μυστικά του καθενός. Σαν σωστή όμως εξομολόγος κρατάει το στόμα της ερμητικά κλειστό, αρκεί να μην την ενοχλήσει κανείς, ειδικά τώρα που με την κρίση οι γυναίκες άρχισαν να φτιάχνουν πάλι τα μαλλιά τους στο σπίτι…
Advertisements
Αρέσει σε %d bloggers: