Φρέσκα

Ο υπενωμοτάρχης

της Αλεξάνδρας Λαμπροπούλου

Εκείνο το πρωί έκαιγε αβάσταχτα ο ήλιος. Είχα ξεχάσει το καπέλο μου στο σπίτι. Περπατούσα γρήγορα στην παραλία γιατί αισθανόμουν κιόλας ότι έχω πάθει ηλίαση. Επέστρεφα άπραγη από το μνημείο στα Μισίρια. Είχα μια πληροφορία το προηγούμενο βράδυ για εκεί, μα το όνομά του δεν το βρήκα γραμμένο στην πλάκα. Κοίταξα καλά.

Δεν ήμουν λυπημένη, περπατούσα σαν τουρίστρια. Μόνο που έκαιγε ο ήλιος.

 

Τον θείο τον είχαμε πάντα κρεμασμένο στην τραπεζαρία του πατρικού. Σε μια περίεργη κορνίζα, περίπου πράσινη. Έτσι τη θυμάμαι. Νομίζω ούτε κορνίζα ήταν ακριβώς. Ήταν κάτι σαν μεταξοτυπία επάνω σε μια πλαστική ή σιδερένια επιφάνεια, με κοίλα τα τελειώματα, που κρεμόταν από μια χρυσή αλυσιδίτσα.

Εκτός από αυτή τη φωτογραφία του, ο πατέρας είχε φέρει άλλη μια από την Κρήτη. Ήταν χαραγμένο το όνομα του μαζί με κάποια άλλα, επάνω σε μια μπρούντζινη επιφάνεια σε ένα ηρώο πεσόντων. Την είχα περιεργαστεί πολλές φορές ψάχνοντας να βρω το όνομά του ανάμεσα στα άλλα ονόματα των νεκρών. «Κωνσταντίνος Γεωργίου Λαμπρόπουλος, Κορινθία». Αυτό έγραφε. Το διάβαζα δυνατά. Τί χροιά να είχε άραγε η φωνή του;

Βγαίνοντας από την άμμο της παραλίας συνάντησα έναν νεαρό άνδρα. Ήταν αδύνατον, λόγω της ηλικίας του, να ξέρει να μου πει. Μα δεν ξέρω γιατί, κάτι μ’ έσπρωξε να τον ρωτήσω. Πήρε τηλέφωνο τη μάνα του. Μου είπε για το μνημείο μέσα στη σχολή της χωροφυλακής. Μόλις το άκουσα το ήξερα πια μέσα μου. Τον είχα βρει.

Είχαμε δύο τέτοιες κορνίζες. Στην άλλη ήταν η φωτογραφία των γονιών του πατέρα μου. Ο παππούς είχε τη γιαγιά εκ δεξιών που φορούσε παραδοσιακή φορεσιά με μαντήλι δεμένο στο κεφάλι. Στέκονταν στα σκαλιά του σπιτιού τους στο χωριό. Κάποιος πλανόδιος φωτογράφος, ως φαίνεται, θα είχε βρεθεί εκεί και θα την είχαν τραβήξει. Θυμάμαι έντονα το βλέμμα της γιαγιάς. Είχε μαύρους κύκλους και ήταν θλιμμένη. Ο παππούς καμπούριαζε λίγο. Είχε μακριά χέρια και δάχτυλα. Έτσι που τα είχε κρεμασμένα δίπλα στον κορμό μιλούσαν για τον πόνο του. Για το χαμό του παιδιού του.

Κάτω από εκείνον τον ανελέητο ήλιο, περπατώντας στην παραλιακή οδό, είχε ξαφνικά πάρει, εκείνη η απώλεια, όλο της το μέγεθος, βαθιά μέσα στην καρδιά. Που εκείνο το παιδί ήταν μόνο, μακριά μας. Που τον στερήθηκα. Όλη η πίκρα της οικογένειας. Ο πόνος της μάνας του. Το πένθος του πατέρα που σκέπαζε τις χαρές μας. Το πένθος που κληρονόμησα.

Μου είχε διηγηθεί ο πατέρας μια ιστορία. Αρκετά χρόνια μετά το χαμό του θείου, πήγαινε με τη γιαγιά σε κάτι συγγενείς της, πέντε-έξι ώρες δρόμο, σε ένα άλλο χωριό. Αυτός περπατούσε με τα πόδια και αυτή ήταν επάνω στο μουλάρι. Η γιαγιά έκλαιγε σε όλο το δρόμο. Δεν τον ρώτησα ποτέ πως αισθανόταν ο ίδιος. Δεν μπορούσα να το ακούσω. Ούτε κι αυτός μπορούσε να μου το πει.

Στο μνημείο των πεσόντων πήγα μετά από τρεις μέρες. Είδα το όνομα του επάνω στην πλάκα. Ήταν και τα οστά του εκεί. Δεν ήμουν λυπημένη, κοιτούσα το μνημείο σαν τουρίστρια. Ο θείος δεν ήταν εκεί. Τον είχα συναντήσει πριν λίγες μέρες στη παραλία ερχόμενη από τα Μισίρια. Τη μέρα που έκαιγε ο ήλιος.

Στη μνήμη του υπενωμοτάρχη Κωνσταντίνου Λαμπρόπουλου ηρωικά πεσόντα στη μάχη της Κρήτης στις 24 Μαΐου 1941. Στη μνήμη του θείου μου.

 

 

Advertisements
Αρέσει σε %d bloggers: