Φρέσκα

«Η λακκούβα»

της Aλεξάνδρας Λαμπροπούλου

Την πρώτη φορά που πήγα σε κηδεία, ήμουν περίπου οκτώ ετών. Η νεκρή, ήταν μια μακρινή θεία της μητέρας μου, ετών 93, την οποία οι συγγενείς την περίμεναν από καιρό να αποδημήσει, για πολλούς λόγους, καθώς ήταν κατάκοιτη περισσότερο από δύο χρόνια.

Για να «βγει» η οικογενειακή υποχρέωση, αποφασίστηκε, μετά από οικογενειακό συμβούλιο, να παραστεί στην τελετή της ταφής ο πατέρας μου και να πάρει μαζί του και εμένα για συνοδεία, ως την καταλληλότερη μεταξύ των άχαρων και απρόθυμων αγοριών της οικογένειας – ακόμα και σε αυτές τις υποχρεώσεις η «παράσταση» παίζει ρόλο. Θυμάμαι τη μητέρα μου, να προσπαθεί να με ντύσει με ρούχα, τα οποία ταίριαζαν στην περίσταση, και να με νουθετεί για τον σωστό τρόπο που θα συνόδευα τον πατέρα μου.
Έπρεπε να περπατάω και να στέκομαι στα δεξιά του πατέρα μου, να μη γελάω, να μην παίζω, να είμαι σοβαρή, όταν μπω στο σπίτι να κάνω το σταυρό μου, να «ασπαστώ» τη νεκρή και να πω στους εκλιπόντες συγγενείς «ζωή σε σας».
Καθ΄ οδόν για το σπίτι της νεκρής, είχα πολύ αγωνία, για το αν θα μπορούσα να αντεπεξέλθω στις ενήλικες υποχρεώσεις μου. Επαναλάμβανα από μέσα μου, τη φράση «ζωή σε σας» μήπως την ξεχάσω ή την μπερδέψω με τίποτε άλλο ακατάλληλο για την περίσταση, καθώς είχα πάρει το ρόλο μου πολύ στα σοβαρά.
Φθάνοντας όμως, αυτό που είδα με άφησε άφωνη, σε τέτοιο σημείο που δεν θυμόμουν τίποτα από αυτά που μου είχε υπαγορεύσει η μητέρα μου. Μπαίνοντας, στην είσοδο του σπιτιού, υπήρχε το καπάκι από το φέρετρο, το οποίο με τρόμαξε και με προϊδέασε, για αυτό που θα συναντούσα μέσα στο σπίτι. Ο εσωτερικός χώρος, ήταν γεμάτος κόσμο, οι οποίοι στέκονταν γύρω από τη νεκρή στο φέρετρο και δήλωναν τη συμπαράσταση τους στους συγγενείς.
Η ατμόσφαιρα, μύριζε λιβάνι και βρώμικη ανάσα και μου δημιουργούσε ζάλη. Υπήρχαν κεριά γύρω από το φέρετρο και λουλούδια έξω και μέσα σε αυτό. Η νεκρή θεία, την οποία αντίκριζα για πρώτη και τελευταία φορά στη ζωή μου, είχε γκρι χρώμα κλειστά μάτια και τραβηγμένα χαρακτηριστικά στο πρόσωπο σαν να έλεγε: «Καθίκια, εδώ είσαστε όλοι?». Φαινόταν μόνο το πρόσωπό και τα χέρια της, τα οποία ήταν σταυρωμένα και δεμένα επάνω στο στήθος της. Αυτό που πρόσεξα ήταν τα αυτιά της και τα ρουθούνια της τα οποία ήταν παραγεμισμένα με βαμβάκι, λες και δεν ήθελε ούτε να ακούει, ούτε να μυρίζει όλους εμάς εκεί μέσα. Κάποια στιγμή την ώρα που μπήκαμε, αισθάνθηκα τον πατέρα μου να με σπρώχνει προς τη σωρό της θείας, αλλά βλέποντας την αντίστασή μου με άφησε εκεί που είχα σταθεί, καθώς δεν υπήρχε περίπτωση να πλησιάσω αυτό το γκρι «πράγμα» με τα λουλούδια. Μείναμε εκεί περίπου μία ώρα. Δεν μπόρεσα βέβαια να αρθρώσω λέξη, αλλά και κανείς δε μου έδωσε την παραμικρή σημασία.
Το δεύτερο επεισόδιο του έργου, παίχτηκε στο νεκροταφείο, όπου ανακάλυψα για πρώτη φορά, τι σημαίνει να πεθαίνεις και να σε θάβουν σε μια λακκούβα 2 επί 1. Δεν μπόρεσα να πλησιάσω κοντά στην «λακκούβα», παρά μόνο όταν το αλαφιασμένο πλήθος απομακρύνθηκε από εκεί. Για κάποιο λόγο, άγνωστο σε μένα, όλοι ήθελαν να έχουν την καλύτερη δυνατή ορατότητα στη σκηνή. Ανέβαιναν λοιπόν, επάνω σε άλλους τάφους, κάποιος ξήλωσε έναν σταυρό, δημιουργήθηκε ένας μικρός πανικός, φωνές και κλάματα ακούστηκαν και ξαφνικά το πλήθος σταμάτησε και άρχισε να απομακρύνεται. Όλα είχαν τελειώσει. Η νεκρή είχε τοποθετηθεί στη λακκούβα, το καπάκι είχε κλείσει, χώματα είχαν πέσει από πάνω της μαζί με κάτι στραπατσαρισμένα λουλούδια και όλοι έφευγαν, αφήνοντάς την στα χέρια κάτι βρωμερών και ξεδοντιάρηδων λιμοκοντόρων, που με τα φτυαριά τους, σκέπαζαν τη λακκούβα με χώμα, με το περιεχόμενο μέσα.
Το τρίτο επεισόδιο, παίχτηκε σε ένα καταθλιπτικό καφενείο ενός μπάρμπα, απέναντι από την είσοδο του νεκροταφείου. Το σκηνικό άλλαξε άρδην εκεί. Οι συγγενείς έπιασαν ψιλή κουβέντα, θυμήθηκαν ότι τους ένωνε με τους υπόλοιπους και η διάθεσή τους ήταν φανερά βελτιωμένη. Εάν έμπαινε κάποιος άσχετος εκείνη τη στιγμή στο καφενείο, δε θα καταλάβαινε ότι αυτή η παρέα, μόλις είχε «παραχώσει» κάποιον.
Τη δεύτερη φορά που πήγα σε κηδεία, ήμουν δώδεκα ετών. Ήταν ενός συμμαθητή μου, ο οποίος πέθανε από ανακοπή καρδιάς στο προαύλιο του σχολείου. Συνέβη μπροστά στα μάτια μου, έπεσε μπρούμυτα μέσα στο χώμα της αυλής και δεν ξανασηκώθηκε. Ο θρήνος βέβαια, ήταν πολύ μεγαλύτερος σε σχέση με τη θεία, καθώς ήταν ένα παιδί. Στην κηδεία παρέστη όλο το σχολείο σύσσωμο. Καθ΄ οδόν για το νεκροταφείο ήμασταν παραταγμένοι ανά τάξεις λες και πηγαίναμε εκδρομή. Τα συναισθήματά μας ήταν ανάμικτα. Την μία στιγμή σκεφτόμασταν τον συμμαθητή μας που ήταν νεκρός και την άλλη ότι εκείνη τη μέρα δε θα κάναμε μάθημα. Ύστερα από τόσα χρόνια που το σκέφτομαι, δεν μπορώ να πάρω όρκο για το τι υπερίσχυε.
Μετά το συμβάν αυτό, όλο το σχολείο, αναγκάστηκε να περάσει από προληπτικές εξετάσεις. Η εξέταση βέβαια, ήταν από υποτυπώδης έως φαιδρή. Ένας κύριος, μάλλον γιατρός, μας ακροάστηκε στην καρδιά με στηθοσκόπιο, και αναφώνησε με χαρά στο τέλος ότι όλοι ήμασταν απολύτως υγιείς. Ένα μήνα μετά το θάνατο του συμμαθητή μας, ήμασταν αναγκασμένοι, να τον θυμόμαστε καθημερινά, καθώς κάποιοι ευσυνείδητοι Χριστιανοί, κρατούσαν άδειο το θρανίο του και έβαζαν λουλούδια επάνω.
Τώρα που το σκέφτομαι, οι δύο αυτές περιπτώσεις τότε, μου άφησαν τη γεύση μιας όχι και τόσο σοβαρής κατάστασης, καθώς δεν είχα άμεση συναισθηματική εμπλοκή με τα συγκεκριμένα άτομα. Ακόμα και ο θάνατος ενός συνομήλικου μου, δεν μου άφησε την παραμικρή υποψία ότι θα μπορούσα εγώ να ήμουν στη δική του θέση. Αυτός ήταν άρρωστος, ενώ εγώ ήμουν υγιής και η αιωνιότητα μου άνηκε, όλη μπροστά μου, ατόφια. Από όλο το σκηνικό αυτών των κηδειών μου έμεινε η αίσθηση της βασικής πλοκής, σα να παρακολουθούσα ένα έργο με κανένα ψυχολογικό βάθος στους χαρακτήρες και στους δεσμούς μεταξύ τους.
Μετά από αυτές τις κηδείες, των παιδικών μου χρόνων, επακολούθησαν και άλλες και άλλες…, συγγενών, φίλων, γνωστών, γειτόνων. Κάνοντας λοιπόν ένα πρόχειρο μέτρημα, και στην ηλικία που βρίσκομαι, ανακάλυψα ότι έχω παραστεί σε πάνω από σαράντα κηδείες.

Μια κηδεία που θυμάμαι πιο έντονα από όλες τις άλλες, για το γέλιο που έκανα, ήταν ενός φίλου, τριάντα τριών ετών, ο οποίος μετά από μια μάχη με τον καρκίνο, αποφάσισε να μας μουντζώσει όλους και να πάει από κει που ήρθε, νωρίς – νωρίς. Στο σπίτι του νεκρού είχαμε μαζευτεί όλοι οι φίλοι μου, γύρω στα επτά άτομα ηλικίας από είκοσι έως τριάντα πέντε. Το μόνο που δεν θέλαμε εκείνη τη στιγμή ήταν να αντικρίζουμε το νεκρό μας φίλο και τους τεθλιμμένους συγγενείς. Κρυφτήκαμε λοιπόν στην κουζίνα, πίναμε καφέδες και τρώγαμε εκείνα τα κουλούρια με τον γλυκάνισο που σερβίρουν σε όλες τις κηδείες
Είναι σαφές ότι αν θέλουμε να περιγράψουμε τη γεύση μιας κηδείας, αυτή είναι του γλυκάνισου. Αυτό που επακολούθησε είναι απερίγραπτο. Όσο έπρεπε να συμπεριφερόμαστε σοβαρά και να μην γελάμε, καθώς η στιγμή ήταν αρκούντως δραματική, τόσο το οτιδήποτε πυροδοτούσε ένα γέλιο που δεν μπορούσε να εκδηλωθεί αβίαστα για να ξεσπάσει. Αυτή ήταν και η πιο απίστευτη κηδεία που έχω πάει ποτέ, και συνάδει ακριβώς με το λαϊκό «ούτε κηδεία αγέλαστη, ούτε γάμος άκλαυτος», για δε το δεύτερο, δεν έχω άλλα σχόλια…
Τέλος η πιο «διαφορετική» κηδεία στη ζωή μου ήταν η κηδεία του «Ρωμ».
Ο Ρωμ ήταν ένα boxer με κομμένη ουρά, ο οποίος σε ηλικία πέντε ετών νόσησε από νεφρική ανεπάρκεια. Μετά από την εξάμηνη ασθένειά του, αναγκάστηκα να τον πάω για ευθανασία, αφού το ζώο δεν άντεχε άλλο. Έφυγα από το κτηνιατρείο, Φλεβάρη μήνα, με τον νεκρό σύντροφό μου στην αγκαλιά, τον έβαλα στο διπλανό κάθισμα του αυτοκινήτου, τον σκέπασα με την κουβέρτα του, και να τον περιέφερα στους δρόμους της πόλης, ψάχνοντας να βρω κατάστημα με εργαλεία για να αγοράσω το φτυάρι, με το οποίο θα έσκαβα την λακκούβα. Το περίεργο της υπόθεσης είναι, ότι όλη αυτή την οδυνηρή κατάσταση της ταφής αισθανόμουν ότι την όφειλα στον Ρωμ. Μου ήταν αδιανόητο να το κάνει κάποιος άλλος. Ξένα χέρια, να τον πετάνε μέσα στο λασπωμένο χώμα? Όχι… Αφού λοιπόν βρήκα το φτυάρι, και μετά από περιπλάνηση ακόμα μιας ώρας, κατέληξα μέσα στο ψιλοβρόχι να ανοίξω έναν τάφο στους πρόποδες του παλιού υδραγωγείου της πόλης, εκεί όπου δύσκολα κάποιος άνθρωπος, ή κάποιο συνεργείο θα έσκαβε και θα ενοχλούσε τον αγαπημένο μου Ρωμ. Τον σκέπασα με το κουβερτάκι του, έκλεισα την λακκούβα, έφυγα και δεν ξαναπήγα ποτέ πια εκεί.

Παρότι έχουν περάσει αρκετά χρόνια από τότε, δεν κατάφερα ποτέ να ξεχάσω τη στιγμή της ιδιόχειρης ταφής. Αυτή η διαπίστωση, με έβαλε σε σκέψεις, για να ψάξω τι διάολο συμβαίνει με την περίπτωσή μου.
Το συναίσθημα που μάλλον με διακατέχει και μου απαγορεύει να ξαναπατήσω το πόδι μου στο χώρο του υδραγωγείου, είναι τύψεις. Έχω τύψεις ότι τον έχω παρατήσει, ότι κρυώνει, ότι πεινάει, ότι είναι μόνος του μέσα στο κρύο χώμα, ότι… τέλος πάντων δεν ξέρω.
Σκέφτομαι ότι ίσως ο θάνατος ενός ζώου – συντρόφου, έχει διαφορετικές διαστάσεις από ότι ενός ανθρώπου κοντινού ή μακρινού, ή μάλλον σωστότερα η ταφή ενός αγαπημένου με τα ίδια σου τα χέρια να σε στιγματίζει αλλιώς.
Όπως και να έχει οι «παραχώσεις» συνεχίζονται μέχρι τελικής πτώσεως… κυριολεκτικά…
Advertisements

Σχολιάστε

Εισάγετε τα παρακάτω στοιχεία ή επιλέξτε ένα εικονίδιο για να συνδεθείτε:

Λογότυπο WordPress.com

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό WordPress.com. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Twitter

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Twitter. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Facebook

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Facebook. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Google+

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Google+. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Σύνδεση με %s

Αρέσει σε %d bloggers: