Φρέσκα

Είμαστε κάτι ξεχαρβαλωμένες κιθάρες…

της Αλεξάνδρας Λαμπροπούλου

 
Είμαστε κάτι ξεχαρβαλωμένες
κιθάρες. Ο άνεμος, όταν περνάει,
στίχους, ήχους παράφωνους ξυπνάει
στις χορδές που κρέμονται σαν καδένες.

Ο άνεμος. Πάντα ο άνεμος. Ο σταθερός, ο φυσικός, ο αθάνατος. Έρχεται ή δεν έρχεται, ανεξάρτητα από την επιθυμία μας. Άλλοτε δροσερός, σαν αεράκι του καλοκαιριού που το ρουφά με πάθος η σάρκα, και άλλοτε μαστιγοφόρος, σαν δαίμονας που ραπίζει. Άλλοτε ψιθυρίζει γλυκά, άλλοτε βρίζει χυδαία. Πάντως Θεϊκός και τρομακτικός μαζί.

 

Εμείς. Πάντα εμείς. Ακούρδιστοι και ασυγχρόνιστοι. Ξεχαρβαλωμένοι από τις ελπίδες και τις προσδοκίες. Ντροπιασμένοι, από την ύβρη μας στη φύση, την αποτυχία της κοινωνίας με τους άλλους, το φόβο της αγχόνης του χρόνου. Παραπαίουμε έκπτωτοι από τον Παράδεισο, στην κόλαση της Ελευθερίας μας. Δεν μπορούμε να μιλήσουμε. Μόνο κάτι παράφωνους ήχους κράζουμε, από τρόμο. Άναρθρους και τιποτένιους…

Είμαστε κάτι απίστευτες αντένες.
Υψώνονται σα δάχτυλα στα χάη,
στην κορυφή τους τ’ άπειρο αντηχάει,
μα γρήγορα θα πέσουνε σπασμένες.

 

Οι αντένες. Οι σπάνιες αντένες. Για τους τυχερούς και τους καταραμένους, που δοκίμασαν τον απαγορευμένο καρπό. Γι αυτούς τους λίγους, που προχώρησαν πέρα από τα σύνορα που χαράχτηκαν, χωρίς προστασία. Πήραν την ευθύνη για όλους μας και ξεκίνησαν το ταξίδι. Ανέβηκαν στην κόψη της ζωής. Για μια στιγμή, αντίκρισαν το χάος, και ανέλαβαν να μας το διηγηθούν.

 

Εμείς, όπως αρμόζει πάντα στους ήρωες, πρέπει να κάνουμε το χρέος μας προς αυτούς. Θα τους τσακίσουμε, θα τους γκρεμίσουμε, θα τους ισοπεδώσουμε. Θα τους τιμήσουμε….
Είμαστε κάτι διάχυτες αισθήσεις,
χωρίς ελπίδα να συγκεντρωθούμε.
Στα νεύρα μας μπερδεύεται όλη η φύσις.

 

Οι αισθήσεις. Οι ξεχασμένες αισθήσεις. Αυτές που θυσιάσαμε για να αφηγηθούμε το απερίγραπτο. Που θυσιάσαμε για να δημιουργήσουμε τη γλώσσα της Βαβέλ. Τη γλώσσα που δεν λέει τίποτα για μας, πια. Που μας άφησε μόνους. Ναυαγούς μέσα στο προσωπικό μας ιδίωμα, που δεν μιλάει άλλος κανείς…

 

Είμαστε ένα μάτσο μυς, νεύρα και χαρτογραφημένα εγκεφαλικά κύτταρα. Και μόνο, καμιά φορά, στο άγγιγμα μιας πέτρας ή στη βίαια είσοδο θαλασσινού νερού στα ρουθούνια μας, μπερδεύεται η αποξηραμένη μας αφή, και κάτι μας θυμίζει. Αλλά μόνο για λίγο. Ευτυχώς. Γιατί η επίγνωση της μοναξιάς μας, είναι πόνος αβάστακτος…

 

Στο σώμα, στην ενθύμηση πονούμε.
Μας διώχνουνε τα πράγματα, κι η ποίησις
είναι το καταφύγιο που φθονούμε.*

 

Το σώμα. Το αλγεινό σώμα. Που πια, έγινε άκαμπτο, σκληρό, αδιαπέραστο. Το σώμα που είναι η μόνη γλώσσα που μας απέμεινε, για να μας πει πόσο πονάμε. Εύγλωττο, λαλίστατο, ειλικρινές και αλάνθαστο.

 

Όσο και αν δεν θέλουμε να το ακούμε, αυτό ξεφωνίζει για το πόσο μας διώχνουν τα πράγματα. Ο αβίωτος βίος, η τρομακτική μας θνητότητα και τα αβάσταχτα ανείπωτά μας. Αυτά που δεν χρειάζονται λέξεις για να ειπωθούν…

 

Γιαυτό, αυτοί που βγαίνουν έξω από τα περιφρουρημένα σύνορα μας, έξω από τα ασφαλή στεγανά μας, έξω από τα υπέροχα κατασκευασμένα εγκεφαλικά μας αφηγήματα για να μας θυμίσουν τον Παράδεισο που χάσαμε, επιβάλλεται να τους τσακίσουμε, να τους λοιδορήσουμε, να τους καταστρέψουμε. Γιατί απλά, το καταφύγιό τους, το φθονούμε…

 

* Κώστας Καρυωτάκης, Ιστορία, Ελεγεία και Σάτιρες.

Advertisements
Αρέσει σε %d bloggers: