Φρέσκα

το Μπραχάμι μιας άλλης εποχής…τύποι της πλατείας

Γιώργος Νικολάου ή Σποράς, ή Τζόβας

φωτογραφία, αρχείο Δημήτρη Κωβαίου

Μια από τις πλέον αξιαγάπητες φιγούρες της Πλατείας Αγ. Δημητρίου υπήρξε ο Γιώργος Νικολάου. Υπάρχουν αμέτρητες ιστορίες και περιστατικά όπου διακρίθηκε για τις φαρμακερές κυρίως, ατάκες του. Ουδείς μπορούσε να τον μιμηθεί, είχε μοναδικό τρόπο να επιβάλλει την παρουσία του στις παρέες. Ένας στυλάτος και κάπως βαρύς στους τρόπους του, με χαλαρές κινήσεις έδινε την εντύπωση ενός κοσμοπολίτη που διατηρούσε όμως την λαϊκή Μπραχαμιώτικη «αριστοκρατική μαγκιά» χαρακτηριστικό της οποίας ήταν η δηλητηριώδης απάντηση που έδινε ώστε να  βάλει στη θέση του. όποιον τολμούσε να εκστομίσει, κατά τη γνώμη του, ανοησίες.
Οι παρεμβάσεις του ήταν αργές, στακάτες, θανατηφόρες, κοφτερές  και ερχόντουσαν με κάποια μικρή καθυστέρηση κατόπιν σκέψεως, η δε εκφορά του λόγου του ήταν παροιμιώδης λόγω του ιδιαίτερου στυλ, να επαναλαμβάνει την τελευταία λέξη της πρότασης του, για να υπάρχει δυνατότητα στους συνομιλητές του να κατανοούν πλήρως  τα λεγόμενα του, το δε χιούμορ του, είχε άφθονα σουρεαλιστικά στοιχεία.
Φρόντιζε να ονειρεύεται μεγαλόφωνα στο καφενείο του Σαίνη και να θεωρεί ότι άξιζε μια καλύτερη ζωή κι αυτός κι φίλοι του όπου θα έμέναν όλοι μαζί σε βίλα, που σχεδίαζε πρόχειρα, όπως ο φτωχός Αρχιτέκτονας  στην ταινία «η γειτονιά των καταφρονεμένων» σε χαρτοπετσέτα, επάνω στο μαρμάρινο τραπεζάκι του καφενείου. Θεωρούσε ότι η βίλα θα έπρεπε να έχει  Ισπανικό στυλ , «αλά Κλαούντια Καρτινάλε», συγχέοντας την Ισπανία με την Ιταλία και οραματιζόταν ότι τη φύλαξη δε θα την είχαν σκύλοι, αλλά… λύκοι!
Η παρουσία του στις παρέες είχε μια θεατρικότητα. Έδινε δηλαδή μια μικρή θεατρική παράσταση κάθε φορά που έκανε αισθητή την παρουσία του. Δεν ήταν ποτέ κραυγαλέος, οι κινήσεις του είχαν μια αρμονία αλλά και μια υπόκωφη ειρωνική διάθεση. Σαν να είχε σπουδάσει υποκριτική.
Αυτή, η καλοπροαίρετη φιλοδοξία, τον οδηγούσε σε διάφορες απίθανες και κωμικές καταστάσεις, όπως όταν περνώντας έξω από το Χίλτον να κοντοστέκεται και κοιτώντας  το μεγαλοπρεπές κτήριο να αναρωτιέται, ως συνήθως μεγαλόφωνα, σε ποιόν όροφο έμενε! Όταν τα φιλαράκια του άρχισαν να γελάνε, την έκανε αμέσως γυριστή και συμπλήρωνε, ναι ρε! με  φιλοξενούσε μια πλούσια Αμερικάνα που πολύ με έκανε κέφι και με ήθελε για σύζυγο.
Ακόμα συζητιέται ο διάλογος με τον άλλο ευπατρίδη, Δημήτρη Οικονόμου  (Φευγάτος) στο καφεζαχαροπλαστείο «Μέλισσα», όπου στεγαζόταν στο κτήριο του Σκαβάντζου, δίπλα από το μπακάλικο.
Ήταν λίγο πριν την έναρξη των Ολυμπιακών αγώνων του Μονάχου το 1972 όπου διαβάζοντας ενώπιον μεγάλης παρέας την Αθλητική Ηχώ, το περιστατικό των αγώνων του 36 στο Βερολίνο, ότι ο Χίτλερ δεν χαιρέτησε το Αμερικανό αθλητή των 4 χρυσών μεταλλίων Τζέσε Όουενς, επειδή ήταν μαύρος, πήρε ανάποδες και άρχισε να βρίζει, μεγαλοφώνως, όπως συνήθιζε,  τον δικτάτορα. Τον μπήξε, τον δείξε, τον παλιάνθρωπο, που δεν σεβάστηκε τον αθλητή, τον αθλητή ρε!, τον αθλητή!,επαναλάμβανε οργισμένος…που να τον έχω τον πούστη (τον Χίτλερ) ξεβράκωτο σ’ ένα βόθρο  να τον έχει σκάψει ο Μούτσος (παλιός θηριώδης Μπραχαμιώτης σκαφτιάς) και να είμαι από πάνω και να του πετάω φραγκόσυκα του ξεφτίλα…Αμέσως έσπευσε ο Δημήτρης και θέλοντας να παραστήσει το συνήγορο του διαβόλου αντέτεινε, «ναι Γιώργο μου, αλλά πρέπει να ξέρεις ότι  ο Χίτλερ ξεκίνησε από μπογιατζής και κυβέρνησε το μισό κόσμο». Τι το ήθελε, αφού πέρασαν μερικά δευτερόλεπτα ο Σποράς, τον κοίταξε επιτιμητικά και του είπε «τι θες να μας πει βρε βλάκα, βλάκα και ο Χριστός από μαραγκός ξεκίνησε και στο τέλος κόλλαγε αυτιά!! Φυσικά έφυγαν καρέκλες από τα γέλια και ο Γιώργος θριαμβευτής, υπομειδιούσε που έβαλε το Δημητράκη στη θέση του και ατένιζε, δήθεν αδιάφορα, το καμπαναριό της εκκλησίας.
Ο αξέχαστος Σποράς ήταν ένας καλόκαρδος χαρακτήρας , γλεντζές, χορευταράς, παρεάκιας και με πολύ ωραία φωνή. Δεν ήταν λίγες οι στιγμές που γυρίζοντας άγρια μεσάνυχτα από διασκέδαση, πάντα με παρέα, άκουγες τη φωνή του μες τη νύχτα να τραγουδάει α καπέλα δυνατά και με παύσεις. Ξεκινούσε π.χ το  τραγούδι, έλεγε τραγουδιστά ένα μέρος του και σταματούσε να εξηγήσει στους υπόλοιπους ότι αν το πάρει με τη μία, στον σωστό τόνο δηλαδή, δεν χρειαζόταν ούτε μπουζούκια ούτε ορχήστρες! Κατόπιν συνέχιζε περπατώντας το τραγούδι μέχρι την επόμενη παύση. Ανεπανάληπτος!
Στις πρώτες Δημοτικές εκλογές, αμέσως μετά την μεταπολίτευση στρατεύθηκε στο πλευρό του υποψήφιου Δημάρχου αγαπητού, Κώστα  Ζαχαριά. Ανέλαβε τη λειτουργία του εκλογικού κέντρου στην πλατεία, εκεί που αργότερα στεγάσθηκε το καφέ Γαρδένια του Ηλία Ντέντε. Όλη μέρα και απ’ τα μεγάφωνα του κέντρου φρόντιζε να διασκεδάζει τους θαμώνες όλων των καφενείων της πλατείας με εξαιρετικά λαικά τραγούδια. Το ωραίο όμως ήταν ότι εκτός του προγράμματος που έκανε, δεχόταν και παραγγελίες από τον κόσμο με αποτέλεσμα να στήνεται κανονικό πανηγύρι.
Υπήρξε κολλητός φίλος του Λάκη του Αράπη με τον οποίον ασχοληθήκαμε πρόσφατα. Τον Λάκη τον εκτιμούσε και τον θαύμαζε λόγω της ευγλωττίας, του χειμαρρώδους λόγου του και των παράξενων ιδεολογικοπολιτικών απόψεων του. Για τον Σπορά, ο Λάκης ήταν ο Γκουρού του.
Ο Γιώργος Νικολάου υπήρξε πολύ άτυχος. Σκοτώθηκε σε τροχαίο κάπου στην παραλιακή προς το Καβούρι. Μόλις είχε αγοράσει ένα μεταχειρισμένο αυτοκινητάκι και ήταν τρισευτυχισμένος. Σε μια από τις πρώτες βόλτες του στη θάλασσα, νόμισε ότι άκουσε έναν θόρυβο στο αυτοκίνητο, σταμάτησε να δει τι συμβαίνει και κάποιος βιαστικός έπεσε με το αυτοκίνητό του επάνω του. Δεν πρέπει να είχε κλείσει τα τριάντα του χρόνια.

Χρίστος Πιπίνης

Advertisements
Αρέσει σε %d bloggers: