Φρέσκα

Μικρές Ιστορίες Τέχνης – 1. Πορτραίτο του γιατρού Γκασέ, Βίνσεντ βαν Γκογκ, 1890

της Αλεξάνδρας Λαμπροπούλου

«Έκανα το πορτρέτο του Μ. Γκασέ με μια μελαγχολική έκφραση, η οποία θα μπορούσε κάλλιστα να φαίνεται σαν ένας μορφασμός σε όσους το βλέπουν ... Λυπημένος μα ευγενικός αλλά ξεκάθαρος και ευφυής, δηλαδή όπως όλα τα πορτρέτα θα έπρεπε να γίνονται ...» έγραψε στην αδελφή του ο Βίνσεντ για το πορτραίτο.

Στο σπίτι του γιατρού Γκασέ, ομοιοπαθητικού με ειδίκευση την ψυχιατρική και ερασιτέχνη ζωγράφου, έφτασε ο Βαν Γκογκ μετά την έξοδό του από την κλινική που νοσηλευόταν, για να τον φροντίζει. Εκεί τον έστειλε ο αδελφός του Τεό που τον είχε πάντα υπό την προστασία του. Την πρώτη μέρα σε μια επιστολή του προς στον Τεό θα γράψει: «Νομίζω ότι δεν πρέπει να στηριζόμαστε στον γιατρό Γκασέ καθόλου. Κατ’ αρχάς είναι πιο άρρωστος από μένα, νομίζω, ή ας πούμε όσο εγώ, έτσι είναι. Τώρα όταν ένας τυφλός οδηγεί έναν άλλο τυφλό, δεν θα πέσουν και οι δύο στο χαντάκι;» Αργότερα όμως θα ανασκευάσει: «Έχω βρει έναν αληθινό φίλο στο Δρ Γκασέ, κάτι σαν έναν άλλο αδελφό, τόσο μοιάζουμε μεταξύ μας τόσο σωματικά όσο και ψυχικά». Μερικούς μόνο μήνες έμελλε να μείνει στο σπίτι του Γκασέ ο Βίνσεντ, μέχρι που αυτοπυροβολήθηκε στο στήθος και πέθανε δυο μέρες αργότερα, στα τριάντα επτά του χρόνια. 

Εκατό χρόνια μετά, στις 15 Μαίου 1990 στη δημοπρασία των Christies της Ν. Υόρκης, προς έκπληξη όλων, ο πίνακας μέσα σε δύο λεπτά «χτυπήθηκε» για 82,5 εκατομμύρια δολάρια, τιμή ρεκόρ για τα μέχρι τότε δεδομένα των πωλήσεων έργων τέχνης, σ’ έναν Ιάπωνα ντήλερ για άγνωστο συλλέκτη.

Στο Τόκιο λίγες μέρες μετά την αγορά του πίνακα, ο άπληστος εκατομμυριούχος χαρτοβιομήχανος Ryoei Saito θα δήλωνε με καμάρι την απόκτηση του αλλά και ενός ακόμα για 78,1 εκ., του Au Moulin de la Galette του Renoir. Ο Saito δήλωσε με υπεροψία πως δεν πρόκειται καθόλου για ένα μεγάλο ποσό αυτό που δαπάνησε, είναι αρχή του να αποκτά αυτό που θέλει όσο και αν κοστίζει και πως θα τους έπαιρνε στον τάφο του αφού σκόπευε να αποτεφρωθεί μαζί τους. Ξεσηκώνοντας θύελλα διαμαρτυρίας με τη δήλωσή του, αναγκάστηκε να πει πως αστειευόταν.

Τρία χρόνια αργότερα ο Saito θα φωτογραφιζόταν από τους δημοσιογράφους μέσα στο αυτοκίνητο της αστυνομίας όταν συνελήφθη με την κατηγορία της δωροδοκίας του κυβερνήτη της περιοχής που κατείχε δασική έκταση, για τον αποχαραχτηρισμό της και την άνοδο της αξίας της κατά 44 φορές, ώστε να κτίσει ιδιωτικό golf club και κατοικίες. Το σκάνδαλο της διαφθοράς που αποκαλύφθηκε επεκτεινόταν σε στελέχη κατασκευαστικών εταιριών, τοπικών κυβερνητικών παραγόντων, δημάρχων και γραφειοκρατών και μάλιστα είχε συντελεστεί την ίδια εποχή που διαπραγματευόταν η απόκτηση των έργων τέχνης για τα οποία δαπάνησε τεράστια ποσά παρότι κατείχε μια εταιρία με μεγάλα χρέη.

Η τύχη του πίνακα αγνοείται έκτοτε. Ίσως βρίσκεται σε κάποια αποθήκη της οικογένειας, ίσως τον κατέχει η τράπεζα που χρηματοδοτούσε τις επιχειρήσεις του Saito, ίσως έχει πουληθεί σε άγνωστο συλλέκτη.

Πάντως η ιστορία της αγοράς αυτού του πίνακα είναι μια ιστορία για την καταστροφική δύναμη της απληστίας και πως μπορεί η τέχνη ως εμπόρευμα να οικοδομεί αξία στην κοινωνική θέση και να εξαγοράζει αισθητική. Είναι μια ιστορία για το πως το πάθος για απόκτηση μπορεί να διαμορφώνει εντέλει τη μοίρα ενός ζωγραφισμένου καμβά.

Advertisements
Αρέσει σε %d bloggers: