Φρέσκα

το Μπραχάμι μιας άλλης εποχής…μανάβηηηη, έχεις κρεμμύδια;

του Χρήστου Πιπίνη

Τέλη της δεκαετίας του 1950 , το Μπραχάμι παραμένει πληθυσμιακά μια μικρή σχετικά συνοικία, που εξακολουθεί να είναι «Κοινότητα» (επίσημα γίνεται Δήμος το 1963) με έντονα τα χαρακτηριστικά της φτωχής εργατούπολης που αρχίζει ν’ αναπτύσσεται περισσότερο άναρχα και λιγότερο συγκροτημένα , προσπαθώντας να «χωρέσει» τους ανθρώπους που έρχονται από την επαρχία ακολουθώντας το ρεύμα της εσωτερικής μετανάστευσης.
Ανάμεσα στα επαγγέλματα που εξυπηρετούσαν τις ανάγκες των κατοίκων , ήταν φυσικά και το επάγγελμα του περιπλανώμενου μανάβη. Μια δουλειά που απαιτούσε και εξακολουθεί να απαιτεί (τους βλέπουμε και σήμερα στους πάγκους των λαϊκών αγορών), κάποια ιδιαίτερα προσόντα μιας και ο επαγγελματίας για να βγάλει μεροκάματο, όφειλε να πουλά με καπατσοσύνη, ευγένεια και χιούμορ τα εποχιακά ζαρζαβατικά και φρούτα ενώ παράλληλα να είναι ο καλός αποδέκτης των ειδήσεων της γειτονιάς, ο εύστοχος σχολιαστής και φυσικά ο μεταφορέας τους, ο οποίος φρόντιζε για την ακριβή αναπαραγωγή τους.

Το επάγγελμα του μανάβη πέρασε κι αυτό διάφορα στάδια εξέλιξης. Τα πρώτα χρόνια ο πλανόδιος μανάβης χρησιμοποιούσε ένα από τα πιο συμπαθητικά ζώα, το γαϊδουράκι, που από δω και πέρα μόνο σε ζωολογικούς κήπους θα το βλέπουμε. Το φόρτωνε με κοφίνια και από τις δυο πλευρές του. Μέσα είχε διάφορα ζαρζαβατικά. Πιπεριές, μελιτζάνες, ντομάτες, κολοκυθάκια και ό,τι άλλο έβγαζε ένας μπαξές. Τότε δεν υπήρχαν θερμοκήπια γι’ αυτό και το χειμώνα πουλούσε κηπευτικά όπως κουνουπίδια λάχανα, σέλινα, μαρούλια, πατάτες, σκόρδα, κρεμμύδια. Στα σύνεργα της δουλειάς σημειώνουμε την “πελάντζα” δηλαδή τη ζυγαριά για τις μικρές ποσότητες ενώ για τις μεγάλες ποσότητες , είχαν τα “καντάρια”.
Το γαϊδουράκι έπρεπε να το φροντίζει ο μανάβης και να μεριμνά για την καλή κατάσταση του ζώου, τη διατροφή του, να το ξεκουράζει συχνά και να του δίνει νερό. Μετά από λίγα χρόνια και σε συνδυασμό με την οικονομική επιφάνεια του μανάβη, αντικαταστάθηκε από το άλογο ή από το δίτροχο κάρο και σήμερα χρησιμοποιούνται, κυρίως στην επαρχία, φορτηγά αυτοκίνητα, με την απαραίτητη ντουντούκα στην οροφή.
Η συγκεκριμένη φωτογραφία προέρχεται από το Αρχείο του Γ. Παυλάτου στην οποία απεικονίζεται η μητέρα του που ποζάρει χαμογελαστή, κρατώντας το ζωντανό που χρησιμοποιούσε ο σύζυγος της Διονύσης Παυλάτος, πλανόδιος μανάβης. Με δεδομένο ότι η οικογένεια κατοικούσε στο Μπραχάμι αλλά κοντά στα σύνορα με το Κατσιπόδι και τα Λουτρά Ν. Σμύρνης, εικάζουμε ότι η πελατεία και το καθημερινό «τουρ» αφορούσε περισσότερο αυτές κοντινές περιοχές και λιγότερο ίσως το κεντρικό Μπραχάμι.
Advertisements
Αρέσει σε %d bloggers: