Φρέσκα

MARJA

του Γιώργου Ρούβαλη

Τι τρομερή ηλικία κι αυτή η εφηβεία! Έχεις να ανακαλύψεις τα πάντα στη ζωή, ανθρώπους, χώρες, νοοτροπίες, έρωτες. Όλα σου φαίνονται δυνατά κι από την άλλη διάφοροι παράγοντες αντικειμενικοί σε εμποδίζουν: η αφραγκία, το ότι ακόμα εξαρτάσαι από τους γονείς σου, το ότι δεν έχεις ακριβώς ξεκαθαρίσει τι θέλεις, κάποια δειλία και το αίσθημα ότι δεν ξέρεις με ποιο τρόπο να επιχειρήσεις διάφορα πράγματα. Όλα αυτά ήρθαν στην μνήμη μου τώρα που βάλθηκα να ξαναθυμάμαι τις πρώτες μου αγάπες κι ιδιαίτερα τη Μarja τη Φινλανδέζα.
Ήμουν 15 χρονών, επαρχιώτης, αλλά με δυο- τρεις ξένες γλώσσες στο ενεργητικό μου και ήδη ένα προηγούμενο ταξίδι στο εξωτερικό. Για δεύτερη φορά ξεκινάγαμε, μια ομάδα προσκόπων, για ένα συναρπαστικό ταξίδι σε μαγικούς τόπους, όπου έβριθαν αιθέρια κι ονειρεμένα πλάσματα, ονειρεμένα για κάθε έφηβο, οι Σκανδιναβές!

Βρισκόμαστε στα 1965, όταν η Ελλάδα καιγόταν από τα Ιουλιανά κι ο λαός υπερασπιζόταν το Γέρο Παπανδρέου, ενάντια στις δολοπλοκίες του Παλατιού. Προσωπικά όμως, εκείνο που με συνέπαιρνε, ήταν η προοπτική του ταξιδιού αυτού στον παράδεισο του ελεύθερου έρωτα, τη Σουηδία και τη Φινλανδία. Δεν ήμουνα πλέον ο μικρός της αποστολής, όπως στο ταξίδι του προηγούμενου χρόνου, όπου με κορόιδευαν οι μεγαλύτεροι για την ατολμία μου και το πόσο άτσαλα ξεφυσούσα τον καπνό από τα τσιγάρα που ανάβαμε, για να πιάσουμε κουβέντα με τα κοριτσάκια. Είχα κάποια πείρα στις γκομενοδουλειές – τρομάρα μου ! – και περισσότερο θράσος. Είχα ακόμα μια σταθερή αντροπαρέα, δυο τρία φιλαράκια της ηλικίας μου, τον Τόλη από την Καλαμάτα, μαγκόπαιδο και ξηγημένο, αδερφό, τον Καζαντζή από την Καβάλα, με την βαριά την προφορά, χοντρό και μονοκόμματο αλλά ένα κομμάτι μάλαμα όπως όλοι οι Βορειοελλαδίτες κι ακόμα το Βύρωνα από τα Εξάρχεια. Είμαστε μια ομάδα, μια παρέα, μέσα στην μεγαλύτερη παρέα των άλλων προσκόπων, καμιά εικοσιπενταριά , που πήραν μέρος σε κείνο το μακρόσυρτο ταξίδι με τραίνο ως το Μόναχο κι από κει Κοπεγχάγη, Στοκχόλμη και με το πλοίο σε μια βραδυά απέναντι στο Turku, στη Φινλανδία…
Αυτή η μικρή κρουαζιέρα, ήταν πολύ περιπετειώδης, ή τουλάχιστον εμείς την κάναμε έτσι. Με το που ανεβήκαμε στο καράβι, πήραμε σβάρνα όλα τα σαλόνια και τα καταστρώματα να καταγράψουμε τα κορίτσια που υπήρχαν και να πιάσουμε κουβέντα με τα πιο ωραία. Έγιναν εκείνο το βράδυ συναρπαστικά πράγματα, κυνηγητά στους έρημους ατέλειωτους διαδρόμους, μπες – βγες στις καμπίνες των κοριτσιών, προσπάθεια να κρυφτούμε από τον Αρχηγό μας που μας παρακολουθούσε, να μην σπιλώσουμε το όνομα της Ελλάδος; ή και του Σώματος Ελλήνων Προσκόπων ή και τα δυο, στρίμωγμα πεντέξι προσκόπων με δυο-τρία ή και περισσότερα κορίτσια σε μια καμπίνα- λες και βρισκόμαστε στην ταινία των Μαρξ Μπράδερς «Μια νύχτα στην ΄Οπερα – και άλλα εξίσου ξεκαρδιστικά. Είχαμε πλέον ξεπεράσει την παραλυτική ατολμία των εφήβων , αναλάβει την- ερωτική μας – μοίρα στα χέρια μας κι αγωνιζόμαστε με πείσμα να την κρατήσουμε… Το ξημέρωμα μας βρήκε στο λιμάνι του Turku ή Abo στα σουηδικά, άγρυπνους αλλά θριαμβευτές.
Πήραμε μέρος, μια βδομάδα, στη Διεθνή Κατασκήνωση – Τζάμπορυ – στο Χάκκις, μια δασωμένη έκταση δίπλα σε κάτι λίμνες, εξήντα χιλιάδες λίμνες έχει η Φινλανδία, όπου διασκεδάσαμε με τη ψυχή μας. Δίπλα στο στρατόπεδό μας, υπήρχε άλλο στρατόπεδο με οδηγίνες, κορίτσια απ’ όλο τον κόσμο κι όλο εκεί μας έβρισκες να γκομενίζουμε και να γαμπρίζουμε, αχόρταγοι. Έριχνε και βροχές εκεί πάνω το καλοκαίρι – μη νομίζετε ! – και τσαλαβουτάγαμε στις λάσπες να φτάσουμε στη σκηνή της τάδε Γερμανίδας αγάπης μας, να κανονίσουμε ραντεβού κάπου απόμερα το βράδυ. Τρομερές βραδιές, παιδιά, τρομερές βραδιές… Δεν ήταν μόνο η ανακάλυψη των άλλων, η συναδέλφωση τη νύχτα δίπλα στη πυρά με τους μοναχικούς και λιγομίλητους εκείνους ανθρώπους, ενόσω κάποιος διηγιόταν ολόγυρα μια ιστορία, σε άγνωστη και μελωδική για μας γλώσσα, που είχε να κάνει με το Χριστό (στο Θεό σας !). Ήταν ακόμα ο άγνωστος κόσμος από τα ξανθά γυναικεία κεφάλια, που ποιος ξέρει τι είχαν μέσα, πώς μας έβλεπαν, εμάς τους Έλληνες καταφερτζήδες (σαν μαύρους; σαν τριτοκοσμικούς χειρονομούντες καραγκιόζηδες;) και με ποιο τρόπο μπορούσαμε να τις ρίξουμε και να τις ξαπλώσουμε στο ευωδιαστό χορτάρι εκείνης της ξένης γης.
Μετά την κατασκήνωση, το πρόγραμμα προέβλεπε φιλοξενία μια βδομάδα στο σπίτι ενός αδελφού προσκόπου που έπρεπε να γνωρίσουμε εκεί. Δεν είχα καμιά όρεξη να βρεθώ πάλι σε κανένα απομακρυσμένο χωριό, μέσα σε κανένα δάσος, όπως εκείνο της κατασκήνωσης. Ήμουνα φτιαγμένος για πόλεις εγώ, για πρωτεύουσες, για πλήθη γυναικών, να ‘χω να διαλέξω… Άρχισα λοιπόν μια προσεκτική έρευνα ρωτώντας διαφόρους Φινλανδούς συναδέλφους από πού καταγόντουσαν και κατέληξα σε ένα ξανθό παιδάκι, μικρότερό μου, τον Μάττι, που ήταν από το Ελσίνκι. Ο πατέρας του ήταν αξιωματικός στα Ηνωμένα Έθνη στην Κύπρο και όλα πήγαν καλά, μόνο που μετά από τρεις μέρες αναγκάστηκα ν’ αλλάξω σπίτι, γιατί ο Μάτι με τη μαμά του θα πήγαιναν διακοπές κάπου αλλού.
Πήγα λοιπόν να μείνω με μία οικογένεια που φιλοξενούσε κι έναν άλλο μάγκα Έλληνα, Κρητικό, τον Γρηγόρη. Το σπίτι αυτό ήταν λίγο μακριά κι έπρεπε να πάρεις ένα λεωφορείο και μετά τραίνο και να διασχίσεις πάλι λίμνες και ποτάμια και δάση – πολύ πράσινο, πολύ πράσινο σ’ αυτή την κατάφυτη χώρα! – για να φτάσεις εκεί. Η παρέα όμως με τον Γρηγόρη ενίσχυσε τη θέση μου, γιατί τώρα είμαστε δυο για τις γκομενοπεριπέτειες. Η οικογένεια φέρθηκε πολύ καλά, μας ξενάγησε με αυτοκίνητο σε όλη την πόλη, είδαμε το στάδιο όπου είχαν γίνει οι Ολυμπιακοί Αγώνες του 1952, με άγαλμα του θρυλικού δρομέα Paavo Nurmi και μια γειτονιά με πρωτοποριακές βίλες, πολλές κτισμένες από διάσημους αρχιτέκτονες όπως ο Άαλτο κ.α. Αυτό ήταν πολύ εντυπωσιακό για μένα, που έμενα σε μία παλιά πόλη αλλά λάτρευα κάθε τι το νεωτεριστικό.
Αρχίσαμε λοιπόν τις τσάρκες με τον Γρηγόρη τα απογεύματα. Θυμάμαι ότι πήγαμε στο Λούνα Πάρκ της πόλης, που στην Κοπεγχάγη λέγεται Τίβολι, στη Στοκχόλμη Grona Lund κι εκεί ούτε που ξέρω πώς. Στο ντάνσινγκ, μια τεράστια στρογγυλή αίθουσα, αντικρίσαμε το παραδεισένιο θέαμα εκατοντάδων , χιλιάδων τάβλεπα εγώ, κοριτσιών, να στέκουν με την πλάτη κολλημένη στον τοίχο και να περιμένουν κάποιον ενδεχόμενο καβαλιέρο να πάει να τα πάρει να χορέψουν και πολλές φορές κανένας, (μα κανένας!) σ’ ολόκληρη τη βραδιά, να μην τα πλησιάζει… Βρήκαμε και τον αντίστοιχο μεσογειακό μάγκα, έναν Λιβανέζο που σπούδαζε ιατρική και που μας εξήγησε διάφορα πράγματα για τη χώρα, ότι π.χ. είχαν αντισταθεί βδομάδες ολόκληρες μεσ’ στα χιόνια στους Ρώσσους κι ότι πολλοί άντρες είχαν σκοτωθεί στον πόλεμο, γιαυτό υπήρχαν τόσα πολλά κορίτσια, κλπ. κοινωνιολογικά. Η εντύπωση πάντως που αποκόμισα , ήταν ότι τόσα κορίτσια πήγαιναν στράφι, ενώ στη χώρα μας υπήρχε τόση πολλή πείνα σεξουαλική.
Στο κέντρο του Ελσίνκι είχαμε εντοπίσει δυο- τρία καφέ όπου πήγαιναν κορίτσια. Τριγυρίζαμε λοιπόν σαν κοράκια γύρω κει, προσπαθώντας να κάνουμε το καμάκι μας. Συγκεκριμένα πράγματα, χειροπιαστά, λίγα έχω να αναφέρω. Με μεγάλη περηφάνια όμως, μπορώ να σας διηγηθώ μια πραγματική κατάκτηση, που ήταν η Marja.
Καθόταν μόνη της σε ένα τραπεζάκι του καφέ, ένα σούρουπο πίνοντας ένα χυμό και διαβάζοντας ένα βιβλίο. Φορούσε ένα απλό κοντομάνικο πουκάμισο κι ένα φθαρμένο παντελόνι τζην και… – εδώ σας έχω, επαρχιώτες όλου του κόσμου – ήταν απολύτως ξιπόλητη. Με το που την είδα, αυτό μου φάνηκε τρομερό δείγμα αντικομφορμισμού και έσπευσα να την πλησιάσω. Είχε κοντά αγορίστικα μαλλιά, ωραία πράσινα και σκιστά μάτια κι ένα υπέροχο ροδαλό δέρμα. Το να της πιάσω κουβέντα στα αγγλικά δεν ήταν τόσο δύσκολο όσο φοβόμουν. Τη ρώτησα τι διαβάζει, ερώτημα που επρόκειτο να επαναλάβω στο μέλλον σε πολλές άλλες αναγνώστριες, σε όλα τα μήκη και τα πλάτη της γης. Με κάλεσε να κάτσω απέναντί της κι άρχισε μια κουβέντα περί ανέμων και υδάτων όπου, φυσικά, μόστραρα στη φόρα την ελληνική μου ιδιότητα και τον ενδεχόμενο εξωτισμό της.
Διάφοροι βασικοί κανόνες της τέχνης του καμακιού μου είχαν διδάξει ότι την γκόμενα πρέπει κάποτε – το γρηγορότερον! – να την απομονώσεις. Να την στριμώξεις σε κάποια γωνία, το λέγαμε εμείς. Της πρότεινα λοιπόν να πάμε μια βόλτα έξω, αφού η στάθμη του χυμού στο ποτήρι της είχε κατέβει σχεδόν στο μηδέν. Πρόθυμα με ακολούθησε σε ένα παρακείμενο παρκάκι όπου, σ’ ένα παγκάκι πλέον, η κουβέντα συνεχίστηκε. Και κάποτε τελείωσε, γιατί αποφάσισα να περάσω σε ανώτερες μορφές πάλης και να σκύψω να φιλήσω, επιτέλους, εκείνα τα τόσο εύγλωττα χείλη.
Στιγμές θριάμβου, αδέρφια, στιγμές θριάμβου. Η Marja ανταπέδιδε τα φιλιά με μια ζέση πρωτόγνωρη, λες και το περίμενε από ώρα. Πυρετωδώς έβαλα σε κίνηση και τα κουλά μου που άρχισαν εξερευνήσεις μέσα στο πουκάμισό της, χουφτώνοντας τις βυζάρες της, επιμένοντας στις ρόγες, στον καβάλο του παντελονιού της, στα οπίσθια, τι να σας λέω τώρα. Η σκοτεινιά που είχε πέσει, διευκόλυνε τις εξερευνήσεις μου και μπορεί να ‘ταν η φυλή μπορεί και η ίδια η κοπέλα αλλά παίρνω όρκο ότι ποτέ δεν φίλησα τόσο υγρά χείλη στη ζωή μου.
Έπαιρνα την εκδίκησή μου, από τόσους μήνες, χρόνια στέρησης, μιζέριας, στενοκέφαλου επαρχιωτισμού, εξαντλητικής μαλακίας. Από ένας γινόμουν δύο, έκανα την υπέρβαση. Περπατούσα, έπλεα στα σύννεφα… Δεν θυμάμαι τι έγινε μετά. Κάποτε έπρεπε το κορίτσι να πάει και στο σπίτι του. Ώρες το ταλαιπωρούσα στο παγκάκι. Νομίζω ότι τη συνόδευσα στο σταθμό του τραίνου ή στη στάση του λεωφορείου.
Δεν θυμάμαι να την ξαναείδα. Ήμουνα τόσο ευτυχισμένος και παραζαλισμένος από το κατόρθωμά μου εκείνης της βραδιάς, για να βρω την ετοιμότητα να την ξαναδώ την επομένη και ενδεχομένως να την οριζοντιώσω. Μια ή δυο μέρες μετά , τελείωσε κι η φιλοξενία κι έπρεπε να φύγουμε από την ευλογημένη Φινλανδία κι από τα ξανθά κορίτσια της, πίσω στη μίζερη Ελλάδα μας. Μένει όμως ένας λαμπρός ήλιος, όχι του μεσονυκτίου, αλλά μια μαρμαρυγή, κάτι σαν το Βόρειο Σέλας , εκείνος που έλαμψε στο παρκάκι του Ελσίνκι εκείνο, γύρω από την Marja, την καλόβολη κοπέλα που φώτισε για λίγο τον κόσμο μου.
———————————–
Από τη συλλογή «Αναζητώντας τη Σαλώμη», εκδόσεις Στοχαστής, 2010.
Advertisements
Αρέσει σε %d bloggers: