Φρέσκα

Ο ΓΑΜΟΣ ΤΗΣ ΘΕΙΑΣ

του Γιώργου Ρούβαλη

-Ναι Γιωργάκη μου ήταν σκάνδαλο ο γάμος μου. Όλοι αντιστεκόντουσαν. Φαντάσου τώρα, ένα παιδί δέκα χρόνια μικρότερό μου και τότε, στην κοινωνία του Ναυπλίου εκείνου του καιρού, δεκαετία του πενήντα! Αλλά εγώ πείσμωσα, μου άρεσε κι ο Κωστάκης, ένα κουκλί ήτανε και είπα θα τον πάρω. Κι έτσι έγινε. Στο σπίτι μας, από τότε που πέθανε ο πατέρας μας, ο παππούς σου, το '32 βασίλευε η μαμά μας, η Κατίγκω. Σιδερένια πειθαρχία. Σκέψου τώρα να μεγαλώνει μόνη της – γιατί δεν ξαναπαντρεύτηκε – πέντε κορίτσια και ένα αγόρι, του πατέρα σου. Εγώ ήμουν από τις πιο μικρές. Ήμουνα και μικροκαμωμένη, Φιλίτσα μ’ανεβάζανε, Φιλίτσα με κατεβάζανε. Όλα τα κορίτσια κοιμόμαστε στο μεγάλο δωμάτιο, στο βάθος, ξέρεις. Εκεί γινόταν φασαρία, γέλια, φωνές, τσακώματα, χαχαχά, χουχουχού, ούτε χαρέμι νάμαστε. Φώναζε η μαμά, «φρόνιμες» και κάτι τέτοια. Η Ηρώ, η πιο μεγάλη, ήταν αυστηρή και αυτή, σωστός βεληγκέκας. Είχε πάρει από τη μάνα μας. Ξανθιά και στεγνή όπως εκείνη. Η Φούλα, καλόβολη και μαγουλού άλλα αρρώστησε με φυματίωση και πήγαν περίπατο τα όνειρά της να σπουδάσει ιατρική. Πήγε στο Διόνυσο να κάνει θεραπεία. Ευτυχώς έγινε καλά, μετά παντρεύτηκε το Γιάννη το λογιστή, καλός άνθρωπος αν και αριστερός.
Η Έλλη δούλευε στην Ιονική Τράπεζα, μετά ατύχησε στο γάμο της μ’εκείνο το δικηγόρο τον Παρασκευόπουλο και έμεινε στην Αθήνα και πήρε άλλον δικηγόρο, Κρητικό, το Χατζιδάκι. Άτεκνοι έμειναν αλλά αγαπιώντουσαν πολύ. Μετά ήταν ο Τάκης μας, κι αυτός αυστηρός αδελφός. Αφού μια φορά που πηγαίναμε με μια παρέα στο Τολό μ’ένα αυτοκίνητο μας έτριξε τα δόντια: «Προσέξτε καλά πως θα φερθείτε εκεί που πάμε. Αλλίμονό σας!» Κι εμείς τα κακόμοιρα, η Δεσποινούλα κι εγώ, οι πιο μικρές, μαράθηκε η χαρά μας για την εκδρομή και την παρέα. Κι ούτε τσιμουδιά δε βγάλαμε μετά, να μην κάνουμε καμιά τρέλα, τόσο τον φοβόμαστε. Και στην παραλία που πηγαίναμε περίπατο, στη Φανάρι, πάντα από κοντά μας είχε να μη φλερτάρουμε και μας σχολιάζει η κοινωνία, ότι οι κόρες του δικηγόρου του Ράλλη σαλιάριζαν με λιμοκοντόρους. Και είχαμε κι εμείς το σουξέ μας, μη νομίζεις. Κατ’αρχήν η Δέσποινα, χαμογελαστή, ξανθιά και ωραία όπως είναι, τράβαγε τα βλέμματα. Κάτω όμως τα μάτια αυτή. Μετά εγώ, ήμουνα πεταχτούλα. Ξέρεις τώρα πόσο μ’αρέσει το ωραίο ντύσιμο, τα σκουλαρίκια, το λούσο, οι παρέες. Μόνο στ’ανάστημα δε με βοήθησε η φύση αλλά η περπατησιά μου, αίλουρος. Και καλότροπη, κοινωνική όσο λίγες. Φτιαχνόμουνα και όσο μπορούσα αν και η μαμά με το σταγονόμετρο μας έδινε λεφτά για καλλυντικά και ρούχα. Αυστηρότης, οικονομία και να κρατάμε τη θέση μας. Η ίδια όλο στα μαύρα, να μετράει τη δεκάρα και να διαχειρίζεται σφιχτά όλα τα οικόπεδα και τα χτήματα που κληρονόμησε από τους δικούς της στην Πυργέλα, μεγάλη περιουσία. Να σου δώσω ένα παράδειγμα.. όταν βγαίναμε βόλτα με τη μαμά στον Καποδίστρια ή στο πάρκο, έξι παιδιά, μη νομίζεις ότι πηγαίναμε να καθήσουμε στο καφενείο και να φάμε σαν παιδιά μια βανίλια ή ένα γλυκό. Μπα, στα παγκάκια καθόμαστε και η μαμά άνοιγε την τσάντα της, έβγαζε 2-3 λουκούμια που είχε φέρει από το σπίτι, τα’κοβε στη μέση και μας έδινε από μισό! Οικονομία σου λέω γιατί, όπως έλεγε και η ίδια στις φίλες της, «αλοίμονό μου αν κάθε παιδί θέλει γλυκό, θα καταστραφώ!».

Και τα οικόπεδα, όλα γύρω απ’το σπίτι μας στην Ενδεκάτη και το γήπεδο όλα μοιρασμένα μεταξύ μας για αργότερα. Αυτά τα είχαν αγοράσει γιατί όταν πήγαν στην Αθήνα, στην Ερμού, να πάρουν ένα κτίριο, δεν θέλησε η μαμά γιατί ήταν οίκος ανοχής, λέει. Σκέψου τι αξία θάχε σήμερα.Τα οικόπεδα τα είχε αγοράσει ο πατέρας μου με την προίκα. Βαλτοτόπια και βούρλα ήτανε τότε γύρω από το σπίτι μας που τελείωσε το 1927. Τρελάθηκε ο Ράλλης που πάει να χτίσει το σπίτι του στις ερημιές, έλεγαν τότε. Και γίνεται και ο μεγάλος σεισμός, εκείνος που κατέστρεψε την Κόρινθο, μόλις είχε χτίσει το σπίτι και να πηγαίνει πέρα-δώθε σαν πύργος από τραπουλόχαρτα. Σταυροκοπιόταν ο πατέρας μας και παρακαλούσε «Θεούλη μου, άσε με λίγο να χαρώ το σπιτάκι μου, μόλις που τόχτισα!». Τελικά δεν έπαθε τίποτα. Όταν τούρθε η συμφόρηση, που κατέβαινε απ’το τραίνο του Άργους, καλοκαίρι καιρό κι έπεσε στον τόπο, μείναμε όλοι σαν την καλαμιά στον άνεμο. Ήταν καλός, αυστηρός αλλά κουβαλητής, με τα στρογγυλά γυαλάκια του και το Σκριπ στο γραφείο του. Λίγο τον θυμάμαι, εγώ μωρό τότε. Πήρε το Μεγάλο Δρόμο η Φούλα κι έκλαιγε κι οδυρόταν «χάσαμε τον πατέρα μας, χάσαμε τον πατέρα μας!». Κι έβγαιναν οι μαγαζάτορες και οι άλλοι δικηγόροι, όλοι τον ήξεραν και τον εκτιμούσαν, να την παρηγορήσουν.
Μ’αυτά και τούτα μεγαλώσαμε κι εγώ ήθελα να δουλέψω. Δεν άντεχα πλέον τη μαμά, την πειθαρχία της και κυρίως την αφραγκία. Ήθελα νάμαι ανεξάρτητη, να βγάζω ένα μισθό, να έχω για τα έξοδά μου. Παίρνω λοιπόν το τραίνο, πηγαίνω στην Αθήνα, στο συγγενή μας το Λιβαδίτη, που ήταν υπουργός Δικαιοσύνης τότε. Με δέχτηκε καλά, με αγάπη. Του είπα το πρόβλημά μου και «άσε» μου λέει «θα δω τι μπορώ να κάνω». Δεκαπέντε μέρες μετά, έρχεται στο σπίτι ένας κλητήρας από τα δικαστήρια, έδρα εφετείου ήταν το Ναύπλιο, μ’ένα χαρτί που ήταν ο διορισμός μου κι έλεγε η Δνις Φιλιώ Ράλλη να παρουσιασθεί εις την εργασίαν της, ως γραμματεύς. Ε΄. Χαρά εγώ! Δεκαπέντε χρόνια δούλεψα εκεί. Η γραφομηχανή πήγαινε σύννεφο αλλά και με το χέρι γράφαμε τις αποφάσεις. Υπήρχε ένας δικηγόρος Στεφάνου από το Άργος. Μια μέρα μου έφερε να γράψω κάτι προτάσεις που ήταν του πατέρα μου. Τις έγραψα γρήγορα και τις πήγα.. «μπράβο» μου λέει. «εγώ είμαι ταχείας θερμάνσεως», του λέω. Κι από τότε κάθε φορά που μ’έβλεπε στο δρόμο μου έλεγε «γεια σου ταχείας θερμάνσεως!».
Ωραία ήταν στην αρχή αλλά ύστερα ορισμένα τομάρια πείραζαν τις άλλες κοπέλλες. Με κλάμματα ήρθε η Γιανούλα στο γραφείο μου μια μέρα. «Μωρή, της λέω, δεν θέλω να ξανάρθεις εδώ κλαίγοντας, θα πας πίσω στο γραφείο σου και θα κρατήσεις τη θέση σου και θα στα κανονίσω εγώ αυτά τα καθάρματα, γραμματείς και δικηγόρους, κάτι σαχλοί που νομίζουν ότι μπορούν να πειράζουν τα αδύναμα κορίτσια». Έτσι ήμουνα. Καλή με όλους αλλά μη μου πατήσεις τον κάλο. Μετά ένας εφέτης, κακομούτσουνος και κομπλεξικός, μ’ένα μεγάλο καρούμπαλο πίσω στο λαιμό του, πήγε και μούκανε μια δυσμενή αναφορά. «Αμφιβολίαι γενώνται περί του χαρακτήρος και της εν γένει συμπεριφοράς της δεσποινίδος Ράλλη» έγραψε το κτήνος. Τα ξαναμαζεύω κι’εγώ και νάσουμε πάλι στο γραφείο του Λιβαδίτη. Τι σου κάνανε βρε Φιλίτσα; μου λέει. Εκείνος ο Νίκος ο Βουζούνας του λέω. Ο Νίκολάκης; τον ήξερε. Θα τον ταχτοποιήσω μην ανησυχείς. Και πιάνει και γράφει ένα γράμμα ότι γνωρίζει προσωπικά την ερίτιμον δεσποινίδα Ράλλη, ότι είναι συγγενής του και εξυπνοτάτη και ότι έχει ιδίαν αντίληψιν για την εργατικότητα, το ήθος και τον χαρακτήρα της. Μώκο ο Βουζούνας. Εκεί που με είχαν υπό απόλυσιν για 15 μέρες, με ειδοποίησαν να ξαναπάω.
Πρέπει όμως να σου πω πως ήμουνα εγώ.. Αγαπούσα όλο τον κόσμο του Ναυπλίου είτε χαμηλής είτε υψηλής υποστάσεως. Αλλά και ήμουνα πολύ αγαπητή. Όταν έβγαινα έξω, λέγανε ότι χαιρετούσα ακόμα και τις πέτρες. Μια φορά, έρχετε μια κοπέλα που την είχαμε μοδίστρα στο σπίτι. Ήτανε με την ανιψιά της που μόλις είχε χωρίσει. Με είδαν στο δρόμο και σταθήκαμε και μου είπε ότι η ανιψιά της χώρισε. Την συμβούλεψα να πάει στην Αθήνα να ζήσει, να ξεφύγει από τα κουτσομπολιά και το στενό μας περιβάλλον και βγάζω που λες και της δίνω ένα χρυσό δαχτυλίδι που φορούσα. Έτσι ήμουν εγώ. Έχω καλή ψυχή και λέγειν. Όταν ήμουν υπό δυσμένεια κανένας στο δικαστήριο δεν με υποστήριζε. Μόνον ο εαυτός μου. Ο Νταβέλης, ο τελώνης, μου’γραψε ένα γράμμα για τον υπουργό που πήγα. Αυτός όμως όταν του το έδωσα μου είπε: «Άσε τον Νταβέλη, εγώ εκτιμώ εσένα που είσαι ένα καλό κοριτσάκι και ξέρεις να μιλάς.». Έτσι ήμουνα λοιπόν, είχα δύναμη μέσα μου.
Πως γνώρισα το θείο σου; Ε, τον έβλεπα στο μαγαζί του πατέρα του στο Μεγάλο Δρόμο. Είχα πάει ένα ραδιόφωνο RCA που είχαμε για φτιάξιμο και περνάω να το πάρω και ρωτάω τον πατέρα του τον κύρ-Θανάση αν ήταν έτοιμο, εντάξει είναι μου λέει, δουλεύει τώρα. Και πετάγεται από το παραμάγαζο ο γιος του και του λέω πολύ όμορφο παιδάκι έχετε κύριε Θανάση να σας ζήσει. Μμμ, μου λέει αυτός, ούτε ναι ούτε όχι, έτσι ήταν, λιγομίλητος. Κι εκείνο με κοίταγε μ’εκείνα τα γουρλωτά μεγάλα μάτια που έχει όλη η οικογένεια. Πόσο θάμουμα εγώ εικοσιπέντε, και εκείνος δώδεκα, δεκατρία, έστω δεκαπέντε. Και δώστου σούρτα-φέρτα στο δρόμο και με πλησιάζει το παιδί και μούλεγε τα δικά του, ότι μ’αγαπάει και ότι με θέλει. Βρε είσαι με τα καλά σου, του λέω. Εγώ είμαι μεγαλύτερή σου δέκα χρόνια, δεν γίνονται αυτά. Κι εκείνος να επιμένει. Τέλος πάντων, πήγαινε να κάνεις το στρατιωτικό σου του λέω και βλέπουμε μετά. Και να, να φτάνουν τα γράμματα σωρό. Ο ταχυδρόμος ο, πώς τον λέγανε, ναι ο Καλλιαμούτος ερχόταν, χτύπαγε την καγκελόπορτα και η μαμά καθισμένη πάνω στη βεράντα, μ’εβλεπε να κατεβαίνω να παίρνω το γράμμα και υπομειδιούσε. «Ώστε θα γίνει;» μούλεγε. Σαν να μη πίστευε ότι θα μπορούσε να με πάρει. Ούτε εγώ το πίστευα, αλλά το παιδί ήταν αποφασισμένο. Αν μου άρεσε; Αφού ήταν ένα κουκλί, σου είπα. Ψηλός, λιγνός, αθλητικός, μαύρα γυαλιστερά γυαλιά, καλός τεχνίτης. Με τα πολλά απολύεται από τη Λάρισα και έρχεται πίσω αλλά το σκάνδαλο μεγάλο, ήμουν μεγαλύτερή του, είχε τρεις ανύπαντρες αδελφές κι η μαμά περίμενε σίγουρα ότι θα πάρω κανένα βιομήχανο ή στρατηγό, δεν ξέρω για τί μεγαλουσιάνους μας προόριζε. Εναντίον μας όλοι. Αν με ζήτησε; Όχι δεν με ζήτησε. Κανένας δεν μας έδωσε άδεια. Την άδεια την πήραμε μόνοι μας. Ήρθε ένα βράδυ στο σπίτι να μιλήσει με τη μαμά. Της λέει, εγώ είμαι ο Κωστάκης ο Δηλαβέρης, πούχω παρτίδες με τη Φιλίτσα και θα παντρευτούμε το Σεπτέμβριο. Σκεφθείτε αν θα έρθετε στο γάμο. Δεν ζήτησε ούτε προίκα ούτε τίποτα. Και στο σπίτι του είχε γίνει φασαρία. Ο πατέρας του, λιγομίλητος, ντόμπρος, του λέει τι γάμους και αηδίες έχεις αδελφές να παντρέψεις. Εγώ θα την πάρω. Αν είναι έτσι, δεν έχεις θέση στο μαγαζί. Σκεφθείτε το καλά γιατί αν φύγω απ’το μαγαζί, παύω να έχω και άλλες υποχρεώσεις με το σπίτι. Και φτάνουν, Γιώργο μου, στην απίστευτη συμφωνία να συνεχίσει στο μαγαζί, αλλά να δουλεύει χωρίς αμοιβή, μέχρι να προικίσουν τις αδελφές του. Δέκα χρόνια κράτησε έτσι μέχρι που παντρεύτηκαν τα δυο μεγάλα κορίτσια, το ένα με συνάδελφό της εφοριακό και το άλλο με έμπορο. Μετά που παντρεύτηκε και η μικρότερη ζούσαμε με τη δική μου τη σύνταξη, γιατί όταν έκανα το Θανάση, το γιο μου, τα μέτρησα από δω, τα υπολόγισα από κει και βγαίνω στη σύνταξη με 15 χρόνια υπηρεσίας. Μ’εκείνα ζούσαμε, σε δυο δωματιάκια στο πατρικό μου, κάτω απ’τη μαμά.
Το τι τραβήξαμε από εκείνη μετά, τι παρατηρήσεις, ειρωνίες, κακομιλήματα, άλλο να στα λέω. Ήταν δύσκολος άνθρωπος η μαμά. Η γάμος όμως έγινε, στην Αγία Παρασκευή, ένα εκκλησάκι εκεί προς το δρόμο του Παλαμηδιού, προς την Καραθώνα. Ήρθε ο πατέρας του και οι αδερφές του, η μαμά (με το ζόρι -την πίεσε ο γαμπρός της ο Χατζιδάκις) και οι δικές μου αδερφές. Μόνον ο Τάκης ο πατέρας σου δεν φάνηκε, δεν ξέρω γιατί. Το ειδύλλιο, το καλύτερο μέρος του δηλαδή, κράτησε όλο το καλοκαίρι.
Βλεπόμαστε ως εξής: ερχόταν ο Κωστάκης τη νύχτα να με δει και είχε ένα ωραίο σφύριγμα, συνθηματικό, να τα’ακούσω και να βγω έξω. Την πρώτη φορά που ήρθε, μόλις απολύθηκε από το στρατό, και είχα καιρό να το δω, σφυρίζει που λες, τ’ακούω εγώ και πετιέμαι στο παράθυρο με τόση αγωνία που ήμουνα η μισή έξω και θάπεφτα χάμω, θα σκοτωνόμουνα για τον κύριο Κωστάκη, αν δε μείχε τραβήξει πίσω η Δεσποινούλα. Τόση ήταν η λαχτάρα μου. Περνούσα λοιπόν εγώ το πρωί απ’το μαγαζί, καλημέριζα, έλεγα καλή όρεξη, δηλαδή τι καλή όρεξη εννιά το πρωί, τάχα χάσει από το σαστισμά μου, αλλά ήταν το σημάδι να πώ ότι θα πήγαινα για μπάνιο στην Αρβανιτιά, στα βραχάκια. Κι εκεί ερχόταν αργότερα ο Κωστάκης και κάναμε μπάνιο, περνούσαμε πολύ καλά, έκτακτα. Είχαμε αποθρασυνθεί κιόλας γιατί έβλεπα μεγάλο ενδιαφέρον εκ μέρους του. Και έτσι τον πήρα και με πήρε. Αν μετάνοιωσα; Κουνήσου απ’τη θέση σου. Υπήρξε εξαιρετικός σύζυγος και ιδανικός πατέρας. Σοβαρός, στοργικός, δεν γύρισε να κοιτάξει καμμία άλλην. Είχαν λυσσάξει οι αναπλιώτισσες. Θα το φας το παιδί βρε παλιόγρια, λέγανε. Ε, λοιπόν το παιδί με ήθελε, μ’αγαπούσε και από τότε έχουν περάσει πάνω από σαράντα τόσα χρόνια και η αγάπη μας δεν έχει ξεφτίσει. Σκάνδαλο-ξεσκάνδαλο, η κοινωνία μας συνήθισε και ακόμα εδώ είμαστε….
______________

Από τη συλλογή «Στ’ Ανάπλι», Εκδόσεις Γαβριηλίδης, 2005.

Advertisements
Αρέσει σε %d bloggers: