Φρέσκα

«Γυμνό γεύμα»…του Γουίλιαμ Σ. Μπάροουζ

από black kat Το Γυμνό γεύμα κυκλοφόρησε για πρώτη φορά στο Παρίσι το 1959 και στην Αμερική το 1962. Οι υπεύθυνοι του εκδοτικού οίκου συνελήφθησαν λόγω του άσεμνου περιεχομένου του και το στοκ κατασχέθηκε από τις αρχές. Tρία χρόνια μετά ακολούθησε η περίφημη δίκη του «Γυμνού γεύματος» και μόλις τον Ιούλιο του 1966 το Aνώτατο Δικαστήριο της Mασαχουσέτης αποφάσισε να επιτρέψει την κυκλοφορία του βιβλίου, μια ιστορική απόφαση που σημείωσε το τέλος της λογοκρισίας στις HΠA, στο πεδίο της λογοτεχνίας. Το βιβλίο έγινε γρήγορα θρύλος και μαζί με το Στο δρόμο του Kέρουακ και το Oυρλιαχτό του Γκίνσμπεργκ αποτελούν πλέον την «κoρυφαία τριάδα» της μπιτ λογοτεχνίας. Tο 1954 ο Oυίλιαμ Mπάροουζ γράφει το πρώτο σχέδιο του «Γυμνού γεύματος», με τίτλο «Interzone». Bρίσκεται στην Tαγγέρη, εθισμένος στην ηρωίνη, σε κατάσταση πλήρους παρακμής. Tο 1956 εισάγεται σε ειδική κλινική αποτοξίνωσης στο Λονδίνο και λίγο αργότερα, επιστρέφει στην αγαπημένη του Tαγγέρη για να συνεχίσει να επεξεργάζεται το ετερόκλητο, πολυσχιδές υλικό του «Γυμνού γεύματος». Oταν το 1957 δέχεται την επίσκεψη του Γκίνσμπεργκ και άλλων φίλων, στρώνονται όλοι στη δουλειά: μέσα σε δύο μήνες καθαρογράφουν περίπου 200 σελίδες από το μυθιστόρημα. Tον οριστικό τίτλο τον δίνει ο Kέρουακ: «Γυμνό γεύμα… Eκείνη η παγωμένη στιγμή που σταματάς για να κοιτάξεις τι βρίσκεται στην άκρη του πιρουνιού σου». Kαι, βέβαια, αυτό που βλέπεις δεν είναι καθόλου ωραίο.

Ο συγγραφέας Γουίλιαμ Σ. Μπάροουζ για το βιβλίο: 

η πρέζα είναι επιχείρηση τεράστια• παλάβρες και σπεκουλαδόροι μονίμως θα υπάρχουν. Διόλου δε θα πρέπει να τους επιτραπεί να παρεμποδίσουν το σημαντικότατο έργο του εμβολιασμού και της καραντίνας. Ο ιός της πρέζας είναι σήμερα το σημαντικότατο πρόβλημα δημόσιας υγείας στον κόσμο.
Μια και το Γυμνό Γεύμα ασχολείται με αυτό το πρόβλημα υγείας, είναι κατ’ ανάγκη σκληρό αισχρό και αηδιαστικό. Συχνά η αρρώστια έχει απωθητικές λεπτομέρειες που δεν είναι για τα’ αδύναμα στομάχια.
Ορισμένα αποσπάσματα του βιβλίου που έχουν χαρακτηριστεί πορνογραφικά γράφτηκαν σαν μπροσούρα ενάντια στη Θανατική Ποινή κατά το πρότυπο της σεμνής πρότασης του Τζόναθαν Σουίφτ. Αυτά τα κομμάτια γράφτηκαν με σκοπό να αποκαλύψουν πόσο αισχρός βάρβαρος και αηδιαστικός αναχρονισμός είναι η θανατική ποινή. Όπως πάντα το γεύμα είναι γυμνό. Αν πολιτισμένες χώρες θέλουν να επιστρέψουν στις Ιεροτελεστίες Απαγχονισμού των Δρυίδων μέσα στο Ιερό Άλσος ή να πίνουν αίμα μαζί με τους Αζτέκους και να θρέφουν τους Θεούς τους με το αίμα των ανθρωποθυσιών, αφήστε τες να δουν τι πραγματικά τρώνε και πίνουν. Αφήστε τες να δουν να δουν τι βρίσκεται μέσα σε κείνο το μακρύ κουτάλι των εφημερίδων.
Έχω σχεδόν ολοκληρώσει τη συνέχεια του Γυμνού Γεύματος. Μια μαθηματική προέκταση της Άλγεβρας της Ανάγκης πέρα από τον ιό της πρέζας. Καθώς υπάρχουν πολλές μορφές εξάρτησης νομίζω ότι όλες ακολουθούν βασικούς νόμους. Όπως είπε και ο Χάιζενμπεργκ: «Ίσως αυτό να μην είναι το καλύτερο από όλα τα πιθανά σύμπαντα κάλλιστα όμως μπορεί να αποδειχθεί πως είναι ένα από τα απλούστερα». Αν μπορούσε ο άνθρωπος να καταλάβει. 

Το Αθηνόραμα για το Γυμνό Γεύμα
Όποια εξοικείωση κι αν έχει κάποιος με την μπιτ λογοτεχνία και τα κατορθώματά της, αποκλείεται να μην αισθανθεί ζοφερό ρίγος ξαναδιαβάζοντας αυτήν την έξοχη έκδοση του «Γυμνού Γεύματος». Μπορεί ο Μπάροουζ να σκιαγραφεί ένα «αέρινο μπαλέτο αποβρασμάτων», να εμφανίζεται σαν πάπας που διδάσκει εμπράκτως την Αγία Τριάδα της Πρέζας, του Εγκλήματος και της Ομοφυλοφιλίας στα πέρατα του κόσμου, πλην όμως αντλεί δύναμη όχι από τα πιστεύω του, αλλά από τον τρόπο που επέλεξε (ή τον επέλεξε) να προφητέψει αυτό το άθλιο σύμπαν. Είτε θεωρήσουμε το βιβλίο «πλαστή διανοουμενίστικη βρομιά» είτε τον εκλάβουμε ως τον «μεγαλύτερο Αμερικανό σατιρικό», η παρουσία του δεν παύει να αφήνει τεράστιο ίσκιο, την αδιευκρίνιστη αίσθηση λογοτεχνικού τοτέμ που έφτασε τη γραφή σε έσχατο όριο. Μια απλή σύγκριση του «Γυμνού Γεύματος» με τον «Τροπικό του Καρκίνου», για παράδειγμα, με το «Στο δρόμο» του Κέρουακ ή τα βιβλία του Νόρμαν Μέιλερ και του Τρούμαν Καπότε οδηγεί στου λόγου το αληθές. Η έκδοση περιλαμβάνει «το αποκατεστημένο κείμενο» και υπερέχει σε όγκο και χάρη έναντι της πρώτης έκδοσης του 1959.

Κωστής Παπαγιώργης, Αθηνόραμα, 02.09.10

Tο Ποντίκι Art για το Γυμνό Γεύμα
Θρυλικό βιβλίο! Ένα συντριπτικό κατηγορώ ενάντια στον δυτικό πολιτισμό και την εκφυλισμένη αξία του κέρδους, αυτή την υπέρτατη αξία της κόλασης. Ο Μπάροουζ, όπως και οι περισσότεροι της γενιάς του, δεν μάσησαν τα λόγια τους όταν ήρθε η ώρα να αντικρίσουν κατάματα τον κόσμο και να τον δουν πίσω από τα φτηνά του φτιασίδια. Το αμερικάνικο όνειρο με το όποιο ήρθαν αντιμέτωποι, έμοιαζε με την εκδοχή του πλέον αποτρόπαιου εφιάλτη. Αναζητώντας την προσωπική ευτυχία σ’ έναν κόσμο σαδιστικά εχθρικό, ο Μπάροουζ μάς μεταφέρει σ’ ένα σκηνικό του οποίου η συντριπτική αλήθεια ξεπερνά αυτό που μπορούμε να παραδεχτούμε ως πραγματικό. Ο κόσμος που μας περιβάλλει είναι η αντανάκλαση της κόλασης, αυτό πιστεύει ο Μπάροουζ, γι’ αυτό η πόλη της Νέας Υόρκης μοιάζει με πόλη της αποκαλύψεως• τα ναρκωτικά και η απεγνωσμένη αναζήτηση διεξόδου στην ομοφυλοφιλία συνθέτουν μια πραγματικότητα που δυστυχώς καμιά εξέλιξη δεν μπορεί να ανατρέψει. 

Διαβάζοντας κανείς «Το Γυμνό γεύμα» θα νιώσει όπως ακριβώς κάποιος που πιάνει γυμνά ηλεκτροφόρα καλώδια. Πρόκειται για μια πρόσκληση σε γεύμα για όσους διαθέτουν γερά στομάχια αλλά κυρίως γι’ αυτούς που αντέχουν να αντικρίσουν γυμνή την ανθρώπινη φύση σε όλο της το μεγαλείο, καθώς μονομαχεί με τις ανθρώπινες αξίες, όπως αυτές εδραιώθηκαν στον Δυτικό πολιτισμό. Η παρούσα και σημαντική έκδοση, όπως κυκλοφορεί από τις εκδόσεις Τόπος, μας παρουσιάζει το «αποκαταστημένο κείμενο», το οποίο είναι αρκετά μεγαλύτερο από αυτό της πρώτης του έκδοσης το 1959, και δημοσιεύεται για πρώτη φορά στη γλώσσα μας.
Ξενοφώντας Μπρουντζάκης, Ποντίκι Art, 02.09.2010

Γιατί να διαβάσω το Γυμνό Γεύμα;
(ερώτηση και απάντηση στην Αthens Voice, τ. 312 Αύγουστος 2010, από τον Δημήτρη Μαστρογιαννίτη)

Γιατί είναι ένα βιβλίο-μύθος που δεν καθόρισε μόνο το στίγμα της αμερικάνικης λογοτεχνίας του ’70, αλλά επηρέασε συγγραφείς, τραγουδιστές, επινόησε το ”heavy metal”. Γιατί το κείμενο είναι μεγαλύτερο (στην έκδοση του Τόπου) από αυτό που έχει κυκλοφορήσει στο παρελθόν, με επιπλέον σημειώσεις του συγγραφέα, εναλλακτικά προσχέδια του μυθιστορήματος. Γιατί είναι η απόλυτη περιπέτεια αναζήτησης ναρκωτικών και ομοφυλόφιλου σεξ στη Νέα Υόρκη και στην Ταγγέρη, με αιχμές για τον δυτικό τρόπο ζωής.

Το Γυμνό Γεύμα στη “Βιβλιοθήκη” της Ελευθεροτυπίας
Το γυμνό γεύμα δεν είναι κείμενο για τον καθένα. Αρκετά συχνά γίνεται σκληρό, σχεδόν αποκρουστικό. Η ποιητική του αργκό, ο ρυθμός, η δύναμη των ακραίων σκηνών και το μαύρο του χιούμορ το κάνουν καυτό. Οι σεξουαλικές ιδιαιτερότητες, η διαστροφή και ο θάνατος τριγυρίζουν στα στενά της Διαζώνης πυρπολώντας τη φαντασία του αναγνώστη. Ο ολοκληρωτισμός απλώνεται παντού, μεταμφιέζεται, καταπιέζει, ελέγχει, απαγορεύει, επιτηρεί.

Το βιβλίο δεν διαθέτει κεντρικό πυρήνα, συγκεκριμένο πρωταγωνιστή, δεν έχει πλοκή. Δεν υπήρχε αυτή η πρόθεση από τον συγγραφέα, βάσει των όσων έχει πει ο ίδιος ο Μπάροουζ. Στόχος του ήταν να καταδείξει το «μαρτύριο της πρέζας», να τα βάλει με κάθε μορφή ολοκληρωτισμού. Κι αυτό το έκανε αναμειγνύοντας βιώματα της Ταγγέρης με το φανταστικό κόσμο που γεννούσαν μέσα του τα ναρκωτικά. Από τη μια ο ρεαλισμός: η αγωνία, η αναζήτηση, η ανατριχίλα πριν από τη δόση, οι λεπτομερέστατες πληροφορίες περί ναρκωτικών κι έπειτα, εντελώς ξαφνικά, βουτιά στο παραλήρημα, στ’ όνειρο: ο κόσμος της Διαζώνης, η Φρίλαντ, η ΙΣΛΑΜ ΑΕ. Ενας τόπος γεμάτος «λούγκρες» και περίεργους μπάτσους, ένα σύμπαν στο οποίο όλες οι ακραίες φαντασιώσεις αποκαλύπτονται στο φως.
Στις σελίδες του βιβλίου παρελαύνουν ο Ασωτος, το Ντοκτόρι, διακινητές μαύρου κρέατος, εμπειρίες από νοσοκομεία αποτοξίνωσης και αναλυτική περιγραφή μεθόδων χρήσης ναρκωτικών ουσιών. Αγόρια κάνουν σεξ με αγόρια και αχαλίνωτα όργια με «γερασμένα πρεζάκια». Κρεμασμένα κεφάλια, γιάχε και μάγοι των φυλών. Κι όλα αυτά, με διαρκή κοψίματα και πηδήματα στην αφήγηση. Ο Μπάροουζ παραθέτει ακόμη σημειώσεις πάνω στον εθισμό και συμβουλές πώς να ξεκόψει κάποιος απ’ την ηρωίνη• κείμενα συμπληρωματικά της όλης αφήγησης.
Μια ατμόσφαιρα σήψης αναδύεται από τις σελίδες του βιβλίου, μετα-ανθρώπινη και παρανοϊκή• ένα κείμενο που ξεχειλίζει από δύναμη και εικόνες. Ένα ευφυέστατο παραλήρημα που κατά τόπους γίνεται κραυγή αγωνίας.

Ουίλιαμ Σιούαρντ Μπάροουζ: Ο παππούς όλων μας από http://www.lifo.gr  ΓΙΩΡΓΟ-ΙΚΑΡΟ ΜΠΑΜΠΑΣΑΚΗ

Σκοτώνει κατά λάθος τη γυναίκα του και για να εξιλεωθεί γράφει και γράφει και γράφει. Το αχανές, αταξινόμητο, χαοτικό υλικό θα λάβει, με τον καιρό, μορφή. Ο Τζακ Κέρουακ θα επιχειρήσει μια κρίσιμη τακτοποίηση όλων εκείνων των εκρηκτικών σελίδων και θα τους προσφέρει το όνομα που τις έκαναν τόσο γνωστές: Naked Lunch. Δεν είναι άλλο από το εφιαλτικό, πρωτότυπο, εκρηκτικό μυθιστόρημα Γυμνό Γεύμα (1959), ένα έργο τέχνης που αναγορεύτηκε σε οδόσημο της πρωτοπορίας του εικοστού αιώνα, εξίσου σημαντικό πια με το Άσπρο Τετράγωνο σε Άσπρο Φόντο του Καζιμίρ Μάλεβιτς, με τη σιωπή στη μουσική του Τζον Κέιτζ, με το μουστάκι στην Τζοκόντα του Μαρσέλ Ντυσάν, με το πειραματικό φιλμ χωρίς εικόνες Ουρλιαχτά για χάρη του Σαντ του Γκυ Ντεμπόρ. Όπως θα έλεγε ο ποιητής Νίκος Καρούζος, εδώ ο Μπάροουζ επιχειρεί «να γυμνάσει τη σκέψη σε απογύμνωση». Ο λόγος είναι φαινομενικά τραχύς, άμεσος, ωμός, ακαριαίος. Ο εφιάλτης είναι πάντα παρών, απαλλαγμένος από καρυκεύματα, γυμνός. Το χιούμορ αγγίζει τα όρια ενός αχαλίνωτου, αλλά μεθοδευμένου, τελικά, σαδισμού. Ο Μπάροουζ εκθέτει φριχτά τις συνθήκες στις οποίες ζει ο σύγχρονος άνθρωπος. Τις εκθέτει με βάναυση ειλικρίνεια, με μιαν αμεσότητα που προκαλεί αλλεπάλληλα αφυπνιστικά σοκ. Τα ωμά γεγονότα περιγράφονται με ωμό τρόπο, απλώνονται στις σελίδες εντελώς γυμνά. Με έναν σχεδόν διεστραμμένο καταιγισμό αλλόκοτων εικόνων και περιστατικών, ο Μπάροουζ εξαπολύει το «κατηγορώ» του σε μια παραπαίουσα κουλτούρα και θέτει τα θεμέλια μιας διευρυμένης κοσμοαντίληψης που θέλει να καταργήσει τις πεπαλαιωμένες σχέσεις πνεύματος/σώματος, γλώσσας/επικοινωνίας, τέχνης/επιστήμης. Στο Γυμνό Γεύμα καταγγέλλονται ρητά οι υπερεξουσίες της ιατρικής, των αυταρχικών πολιτικών συστημάτων, της θρησκείας. Όπως και άλλα έργα του Μπάροουζ, αυτό το εμπρηστικό μυθιστόρημα είναι ένα θορυβώδες ελεγείο για τις χαμένες αξίες, μια αδυσώπητη καταγγελία για τα δεινά που σωρεύουν τα συστήματα ελέγχου και καταστολής, καθώς και μια προφητική δυστοπία.

Ύστερα από ένα τέταρτο του αιώνα όλο εξορίες, περιπλανήσεις, περιπέτειες, ο Μπάροουζ θα επιστρέψει στην Αμερική. Θα πίνει πολύ βότκα. Θα κάνει περιοδείες διαβάζοντας δημοσίως αποσπάσματα από το έργο του. Ανάμεσα στο 1974 και το 1987 διάβασε σε μεγάλα ακροατήρια 150 φορές, αποκομίζοντας 75.000 δολάρια. Το 1977 διάβασε μαζί με τον θρυλικό Τένεσι Γουίλιαμς, τον συγγραφέα του Λεωφορείον ο Πόθος. Το 1981 διάβασε μαζί με τον μετρ του θρίλερ, τον Στίβεν Κινγκ. Η μορφή του θα επηρεάζει ολοένα και περισσότερο το ροκ. Ήδη οι Beatles τον είχαν συμπεριλάβει στο εξώφυλλο του «Sergeant Pepper’s Lonely Hearts Club Band», ενός από τους πιο ξακουστούς δίσκους στην ιστορία της μουσικής. Θα τον επισκέπτονται συχνά ο Φρανκ Ζάππα, ο Ντέιβιντ Μπερν, ο Ντέιβιντ Μπάουι, η Ντέμπι Χάρι (η φοβερή και τρομερή Μπλόντι), ο Ίγκι Ποπ, και, φυσικά, η Πάτι Σμιθ. Όλη η ενδιαφέρουσα σκηνή της Νέας Υόρκης θα πίνει νερό, κρασί, βότκα, τεκίλα και ουίσκι στ’ όνομά του! Κι άλλοι θα έρθουν να τον συναντήσουν. Η Λόρι Άντερσον, η οποία θα συνεργαστεί με τον Μπάροουζ. Ο Τζον Κέιτζ, ο συνθέτης της πρωτοπορίας που εισήγαγε τη σιωπή στη μουσική. Ο «πάπας της ψυχεδέλειας» Τίμοθι Λήρυ. Ο μινιμαλιστής Φίλιπ Γκλας. Ο Μπάροουζ είναι πια ένας σταρ! Η περιλάλητη τηλεοπτική βεντέτα Λορίν Χάτον θα τον παρουσιάσει σε ένα κοινό εκατό εκατομμυρίων θεατών. Θα πει ότι ο Ουίλιαμ Μπάροουζ είναι ο μεγαλύτερος συγγραφέας της Αμερικής. Και δεν είναι λίγο. Δεν είναι καθόλου λίγο αυτό. Διάσημα πια ροκ και ηλεκτρονικά συγκροτήματα εμπνέονται από τον Μπάροουζ. Οι Soft Machine διαλέγουν τον όνομά τους από το μυθιστόρημά του με τον ίδιο τίτλο. Το κινηματογραφικό αριστούργημα της επιστημονικής φαντασίας Blade Runner παίρνει τον τίτλο του από ένα βιβλίο του. Η video art, το ηχητικό κολάζ της hip-hop και της electronica, αντλούν από το έργο του Μπάροουζ πολλές θαυμάσιες στιγμές τους. Ο Κερτ Κομπέιν των Nirvana ηχογραφεί το «The Priest they call him», ένα εφιαλτικό σόλο ηλεκτρικής κιθάρας, με τον Μπάροουζ να απαγγέλλει. Ο σκηνοθέτης Γκας Βαν Σαντ τον καλεί να εμφανιστεί σε μια ταινία του. Ο Μπάροουζ και το έργο του είναι πια ένα και το αυτό. Παιδί και θραύσμα, μαζί με τον Μπόρχες, τον Μπέκετ και τον Μπάλαρντ, της λυτρωτικής έκρηξης που προκάλεσε το Finnegans Wake του Τζέιμς Τζόις, ο Μπάροουζ θα δοκιμάσει κάθε τέχνασμα προκειμένου να μιλήσει για τα δεινά που σαλεύουν φρικιαστικά στη χοάνη του αιώνα μας. Το Νταντά και ο Υπερρεαλισμός αποτελούν τις δύο άλλες καθοριστικές επιρροές που δέχτηκε. Ο λησμονημένος (μάλλον ο άγνωστος) κόμης Αλφρεντ φον Κορζίμπσκι, καταλυτικός πολέμιος της αριστοτελικής λογικής, είναι πάντα η κρυφή αναφορά του. Ο Νίτσε και ο Γέρος του Βουνού, επίσης. Βαθιά ηθικός, όσο κι αν διασκεδάζει καταγράφοντας απτούς εφιάλτες, όσο κι αν μιλάει ολοένα για δυστοπίες, ο Μπάροουζ θα συνθέσει και το magnumopus του, την τριλογία Οι πόλεις της κόκκινης νύχτας, Ο τόπος των νεκρών δρόμων και Western Lands, και δεν θα πάψει να πειραματίζεται με τη ζωή και την τέχνη. Δεν θα πάψει να αγαπάει τους φίλους του. Δεν θα πάψει να αγαπάει τις γάτες. Τα τελευταία του λόγια, χαραγμένα στο ημερολόγιό του, στις 30 Ιουλίου του 1997, δεν θα πάψουν ποτέ να με συγκλονίζουν: «Τίποτα. Μήτε αρκετή σοφία, εμπειρία – τίποτα. Μήτε Άγιο Δισκοπότηρο, μήτε Ύστατο Σατόρι, καμία τελική λύση. Μονάχα σύγκρουση. Το μόνο που μπορεί ν’ ανακουφίσει τη σύγκρουση είναι η Αγάπη. Η Αγάπη. Τι να ‘ναι; Το πιο φυσικό παυσίπονο. Αυτό είναι. Η ΑΓΑΠΗ».

 

Advertisements
Αρέσει σε %d bloggers: