Φρέσκα

ΜΙΑ ΜΕΡΑ ΕΝΟΣ ΥΠΕΡΡΕΑΛΙΣΤΗ

του Γιώργου Ρούβαλη

Ο Λιάκος σταμάτησε το γράψιμο γιατί τα βλέφαρά του τον βάρυναν και ο ύπνος τον κυρίευσε. Ακούμπησε το κεφάλι στο γραφείο και άρχισε να κοιμάται. Το ξυπνητήρι θα τον έβγαζε νωρίς απ’ το λήθαργό του, να πλυθεί, ν’ αλλάξει και να πάρει το λεωφορείο για το σχολείο όπου ήταν δάσκαλος. Τα παιδιά θα φώναζαν, θα τσίριζαν θα ‘πρεπε πάλι να κάνει κουράγιο και να οπλιστεί με αμέτρητο θάρρος να τ’ αντιμετωπίσει άλλη μια μέρα.
Το απόγευμα, το σπιτικό φαγητό της μητέρας του και η πραγματική ζωή που μισοάρχιζε. Μεσημεριανός ύπνος μισή ώρα, κι ύστερα διαβάσματα, μεταφράσεις, σημειώσεις για το κίνημά του. Ήταν κι αυτός «σουρεάλα» όπως τον αποκαλούσε ένας φίλος του γαλλομαθής που ποτέ δεν συνήθισε το εμπειρίκιο υπερρεαλιστής. Μάζευε με ιώβεια υπομονή βιβλία, περιοδικά, φωτογραφίες, δοκίμια, ανθολογίες, ό,τι αναφερόταν στους αγαπημένους του. Ο Μπρετόν, ο Ελυάρ, ο Περέ κι η παρέα τους σ’ όλα τα πλάτη και τα μήκη της γης, ήταν η πραγματική του ζωή. Και τι δε θα ‘δινε να ζει την εποχή τους. Ειδικά για να τους πλησιάσει στη γλώσσα τους, είχε μάθει τα γαλλικά και τ’ αγγλικά. Περιδιάβαζε τα παλαιοβιβλιοπωλεία, να δει τι θα ‘βρισκε από Εμπειρίκο, Εγγονόπουλο, Κάλας, Βαλαωρίτη. Ο μεγάλος συγγραφέας, μόνος επιζών απ’ τους «δικούς του», τον είχε ευτυχώς δεχτεί στην παρέα του, που μαζευόταν κάθε Σάββατο απόγευμα στο πατάρι του ζαχαροπλαστείου Κάλβος, στην Αθήνα. Γι’ αυτό το Σάββατο ζούσε σ’ αλήθεια ο Λιάκος. Μια φορά που απάντησε κι αυτός σε μια έρευνα της «Νέας Καταστροφής», του περιοδικού τους, που με τόσους κόπους, αναβολές κι αναμονή είχαν πείσει μια εκδότρια να τους βγάλει, που έθετε το ερώτημα τι σημαίνει για σας ο υπερρεαλισμός, είχε γράψει «ο μόνος λόγος που κάνει ανεκτή τη ζωή μου». Οικογένεια, δουλειά, πολιτική, όλα αυτά δεν τον ενδιέφεραν. Κάποιο σχετικό ενδιαφέρον θα είχε για τον έρωτα, αλλά στη μέχρι τώρα ζωή του τον είχε πολύ στερηθεί. Στα είκοσι οχτώ του ήταν ακόμη παρθένος. Δεν έβρισκε κορίτσια ή γυναίκες με τις ίδιες ανησυχίες. Ή, αν τις είχαν, ήταν γριές ή παντρεμένες. Πού να του δώσουν σημασία αυτουνού! Έτσι, το γράψιμο, οι μεταφράσεις, η ζωή των βιβλίων και του υπερρεαλισμού ήταν όλη του η ζωή, που πραγματοποιόταν στις συγκεντρώσεις της παρέας τα Σάββατα. Εκεί δεν έλλειπε ποτέ. Έφτανε πρώτος στις δύο και έφευγε τελευταίος. Ήταν ξεφτέρι σ’ όλες τις λεπτομέρειες του κινήματος παγκοσμίως, σίγουρος ότι αποτελούσε μέρος της πρωτοπορίας της λογοτεχνίας και ότι αργά ή γρήγορα το ταλέντο του να ονειρεύεται και να το αποτυπώνει στο χαρτί θ’ αναγνωριζότανε. Με μανία παρακολουθούσε όλα τα περιοδικά, έστελνε συνεργασίες, ποιήματα, πεζά, μεταφράσεις. Ορισμένα δημοσιεύονταν, λίγα όμως. Μια φορά που κάποιος φίλος της παρέας μίλησε κολακευτικά σ’ ένα συμπόσιο για την ευρυμάθεια και την υψιπετή του ποίηση, τον ανέβασε κι αυτόν στον ουρανό.
Η ζωή όμως εξακολουθούσε να ‘ναι μακριά του. Τι τον ενδιέφερε αυτόν αν μετά από πενήντα χρόνια θα ‘γραφαν διδακτορικές διατριβές για το έργο του (γι’ αυτό ήταν σίγουρος). Εκείνος ήθελε τώρα την αναγνώριση και τις δημοσιεύσεις και τις γκόμενες και τα γαμήσια και τις φωτογραφίες στις εφημερίδες. Δεν ήθελε διατριβές, αλλά τριβές. Ο κόσμος όμως προχωρούσε απελπιστικά αργά κι η φήμη και η αναγνώριση αργούσαν. Ήταν ο νεώτερος στην παρέα. Θα ‘πρεπε άραγε να περιμένει να γίνουν γνωστοί οι μεγαλύτεροί του, πενηντάρηδες και σαραντάρηδες κι ύστερα ο ίδιος; Αυτό τον έκανε να λυσσάει και να θέλει να σπρώξει τα πράγματα έστω και με το ζόρι.
Η κακομοίρα η μητέρα του δεν τον καταλάβαινε, ούτε οι προϊστάμενοί του, ούτε τα παιδιά του σχολείου. Μόνον οι σύντροφοί του στην παρέα, σέκτα, ομάδα, μειοψηφία των περιθωριακών της λογοτεχνίας που μαζευόταν τα Σάββατα. Έπαιρναν όλοι το ρόλο τους της πρωτοπορείας πολύ στα σοβαρά αλλά κι εκεί μέσα υπήρχαν διαβαθμίσεις, κλίκες, ζήλιες, μαχαιρώματα. Αισθανόταν μειοψηφία της μειοψηφίας, αυτός κι ο λίγο μεγαλύτερός του άλλος συνάδελφος. Αλλά και εκείνος έλεγε ότι ήταν πολύ πιο υπερρεαλιστής από το Λιάκο. Άντε βρες άκρη. Ποιος θα ‘κανε την πιο ριζοσπαστική επανάσταση στην τέχνη και τη ζωή; Και ποιος θα έκρινε το βαθμό της επαναστατικότητας; Με τους άλλους, ο Λιάς ήταν απότομος, είρων, καταδικαστικός, δεν καταλάβαιναν τι σημαίνει πρωτοπορία στην τέχνη. Ό,τι ανθολογία και να υπήρχε, είχε γίνει με χύμα κριτήρια και στα βιβλία δεν βρίσκονταν αυτοί που έπρεπε, ενώ έβριθαν από άσχετους. Τα διαβάσματα του είχαν επιτρέψει να αναγνωρίζει με μια ματιά το ύφος, τον τόνο, τα θέματα που έπρεπε να έχουν για να είναι «πραγματικοί υπερρεαλιστές». Οτιδήποτε άλλο, δεν άξιζε ούτε το χαρτί που τυπωνόταν, ούτε τις κριτικές στις εφημερίδες, ούτε τις εκπομπές στην τηλεόραση, ούτε τ’ αφιερώματα στα λογοτεχνικά περιοδικά.
Το καλοκαίρι που δεν μαζευόταν η παρέα, ο Λιάς δεν ζούσε. Δεν ήταν γι’ αυτόν μπάνια, διακοπές, ξεκούραση. Αυτός ήθελε συναντήσεις, λογοτεχνία βιβλία, βιβλία, βιβλία (και λίγο σινεμά).
Μια συνάδελφος που δοκίμασε να του πιάσει κουβέντα στο σχολείο, τον απογοήτευσε αμέσως. Παρ’ όλες τις βυζάρες της, τους άνετους τρόπους της και τη διαπεραστική της ματιά, δεν είχε διαβάσει τίποτα του Εμπερίκου. Ήξερε βέβαια τον Ελύτη, αλλά τι να τον κάνεις αυτόν! Ψευτοσουρεάλα, με τον ελληνοκεντρισμό και την ωραιοπάθειά του. Σιγά μην αξίζει το Αιγαίο ή οι έρωτες όσα το σκοτάδι, το έρεβος και οι λαβύρινθοι του ανθρωπίνου εγκεφάλου!…
Μια ευτυχισμένη μέρα στη ζωή του ήταν όταν, με την παρέμβαση του Νάνου, κατάφερε να του δημοσιεύσουν μια μετάφρασή του, του Μπρετόν.
Έπαυε πλέον να παίζει στη δεύτερη ή στη τρίτη κατηγορία και περνούσε κατευθείαν στη πρώτη εθνική, έστω κι αν ο εκδότης ήταν μικρός. Παρέα του όμως είχε ονόματα όπως ο Εμπειρίκος, ο Μπόρχες και άλλα ιερά τέρατα της λογοτεχνίας. Η χαρά του φίλου μας δεν περιγραφόταν.
Δυστυχώς, ένα μαύρο σύννεφο ήρθε να καλύψει αυτήν την ευτυχία. Μαζί με τον άλλο νέο συνάδελφο είχε γνωρίσει ορισμένους επίσης νέους ομοϊδεάτες από την επαρχία και αντάμα είχαν κάνει, πάντα με το ιντερνέτορισμένες επαφές με υπερρεαλιστικές ομάδες, της Τσεχίας, του Παρισιού κ.λ.π. Έβγαλαν μάλιστα και μια διακήρυξη υπογράφοντας ως Υπερρεαλιστική Ομάδα των Αθηνών. Αυτό εξόργισε και τον Πάπα και τους συν αυτώ. Ποιοι ήταν εκείνοι που τολμούσαν να αυτοαποκαλούνται: «Οι» υπερρεαλιστές των Αθηνών. Στην παρέα του Σαββάτου του στήθηκε μια κανονική «δίκη της Μόσχας». Ιδιαίτερα λαύρος ήταν ο επιλοχίας του λόχου, ο ζηλωτής της πειθαρχίας της ομάδας. Προσπάθησαν να ψελλίσουν κάποιες δικαιολογίες, έγινε μια μεγάλη θεωρητική συζήτηση αν ο υπερρεαλισμός ήταν ακόμα ζωντανός και αν υπήρχαν ομάδες ή μεμονωμένοι υπερρεαλιστές και το αποτέλεσμα, προς μεγάλη τους απογοήτευση, ήταν ο ίδιος ο Πάπας να τους ζητήσει να μην ξανάρθουν στην παρέα. Αποβολή, αποπομπή, διαγραφή! Σηκώθηκαν κι έφυγαν…
Και τώρα τι θα γινόταν ο Λιάς; Μια κάποια δραστηριότητα με το φίλο του, μια ιστοσελίδα που έστησαν, οι επαφές με τους άλλους νέους και τους ξένους και η προοπτική ενός άλλου περιοδικού, διαφορετικού από την Νέα Καταστροφή ήρθε λίγο να τους εξισορροπήσει. Κακά τα ψέμματα όμως, ήταν δύο εξωμότες, λεπροί, δύο απόβλητα του κινήματος…
Η ζωή του Λιάκου είχε αλλάξει τώρα σχεδόν οριστικά. Στην απελπισία του, για να ξανά βρει την σουρεαλιστική ορθοδοξία και ισορροπία του σκέφτηκε να προβεί σε μια καθαυτό σουρεαλιστική πράξη. Το τριγύρισε αρκετά στο μυαλό του. Τι θα μπορούσε να είναι αυτό; Ήθελε να το κάνει μόνος του χωρίς τον άλλο συνάδελφο, ακόμα και για να πάρει την πρωτοβουλία ή την πρωτοκαθεδρία στη νέα ομάδα. Με τα πολλά, το αποφάσισε.
Ένα πρωί της 25ης Μαρτίου, που έπεφτε Σάββατο, οπλισμένος με τα απαραίτητα, ο πρωτοπόρος υπερρεαλιστής έκανε το απονενοημένο του διάβημα: Στήθηκε ανάμεσα στο πλήθος στη λεωφόρο Αμαλίας, μπροστά στο μνημείο του Αγνώστου Στρατιώτου και εκεί που περνούσαν μαθητές και πρόσκοποι ξεπετάχτηκε και γιαούρτωσε τον πρωθυπουργό που στεκόταν καμαρωτός και κουστουμαρισμένος στην εξέδρα. Τον έκανε χάλια το χοντρό, γιαούρτια να κρέμονται από παντού στη μεγαλοπρέπειά του… Τον συνέλαβαν αμέσως. Στην Ασφάλεια έφαγε ξύλο και των γονέων κι οι μπάτσοι του ζητούσαν επίμονα να ομολογήσει τους συνεργούς του. Ο στόχος του όμως είχε πετύχει, το ξύλο δεν τον ένοιαζε. Όλοι οι φωτογράφοι είχαν απαθανατίσει το γιαούρτωμα του τροφαντού, ευχαριστημένου από τον εαυτό του, πρωθυπουργού. Ο Λιάς ήταν πλέον κάποιος. Άρθρα στις εφημερίδες, αναλύσεις καθηγητάδων λογοτεχνίας και ψυχολόγων στα παράθυρα της τηλεόρασης, κάποιος τους μάλιστα μίλησε για αναβίωση του υπερρεαλισμού και εκθείαζε την πράξη ενός αγανακτισμένου συνειδητού πολίτη και καλλιτέχνη. Σε λίγες μέρες τον άφησαν αλλά μια έκθεση της Ασφάλειας πήγε στο σχολείο του επικυρωμένη από το Υπουργείο με το ερωτηματικό της απόλυσης.
Τον Λιά δεν τον ένοιαζε τίποτα. Ήταν πλέον ένας υπερρεαλιστής που είχε περάσει στην ιστορία, όπως ο Σίμος ο υπαρξιστής, ο Γιώργος ο Μακρής, μεγάλος εκκεντρικός, ιδανικός αυτόχειρ, ο Εμπειρίκος, ο Εγγονόπουλος…
Για να συμπληρώσει την εκδίκησή του , παραμόνεψε άλλο Σάββατο στο ζαχαροπλαστείο, ανέβηκε σα γάτος στο πατάρι, εισέβαλλε απότομα στη παρέα που φιλοσοφούσε μετ’ ευτελείας και γιαούρτωσε και τον ίδιο τον Πάπα! Οι πιο θερμόαιμοι σηκώθηκαν να τον δείρουν, αλλά κατάφερε να τους ξεφύγει. τρέχοντας. Ο μεγάλος άνδρας, απόμεινε εκεί, γιαουρτωμένος με κάποια απορία, και μετά έκανε κάτι που κανένας τους δεν είχε φανταστεί¨ του φάνηκε ότι το γιαούρτι ήταν ξυνό. Έβγαλε τη γλώσσα, δοκίμασε λίγο και ύστερα κάλεσε το γκαρσόνι και ζήτησε λίγη ζάχαρη, να το γλυκάνει…
‘Oσο για το Λιά, είχε κάνει κι αυτός την επανάστασή του… Επανάσταση του γιαουρτιού, εν πάση περιπτώσει, γιατί ποιος τόλμαγε τώρα να την κάνει μ ένα περίστροφο και αληθινές σφαίρες…

Από τη Συλλογή «Αναζητώντας τη Σαλώμη», Στοχαστής 2010

Advertisements

1 Comment on ΜΙΑ ΜΕΡΑ ΕΝΟΣ ΥΠΕΡΡΕΑΛΙΣΤΗ

  1. Εξαιρετικό!

    Μου αρέσει!

Τα σχόλια είναι απενεργοποιημένα.

Αρέσει σε %d bloggers: