Φρέσκα

Ένα βιβλίο για το…καλοκαίρι

Γιάννη Τσαρούχη «Αγαθόν το εξομολογείσθαι», εκδ. Καστανιώτη, 1989

“Καλότυχοι όσοι είναι διχασμένοι…”

του Χρ. Πιπ.

Η καλοκαιρινή ραστώνη δίνει την δυνατότητα για ανάγνωση μιας και οι συνθήκες σε προτρέπουν και σε οδηγούν κάτω από ευεργετικές σκιές στις παραλίες, στις βεράντες, στις εν πλω εξορμήσεις, να χαθείς στη γοητεία του βιβλίου. Αστυνομικά με κύρια εκπρόσωπο την Πατρίτσια Χάϊσμθ, δοκίμια, κλασική και σύγχρονη Ελληνική και ξένη  λογοτεχνία…απ΄ όλα έχει ο μπαξές.
Ένα βιβλίο που διαβάσαμε φέτος και φυσικά απολαύσαμε δεόντως , αγορασμένο μετά από αρκετή αναζήτηση, ήταν του μεγάλου μας Γιάννη Τσαρούχη, “Αγαθόν το εξομολογείσθαι”. Το συστήνουμε ανεπιφύλακτα.
Ιδού λοιπόν μερικά μικρά αποσπάσματα από το βιβλίο που μας μιλάει για Αρχιτεκτονική, ζωγραφική, ποίηση, σκηνογραφία, παντομίμα, ζεϊμπέκικο, Καραγκιόζη, όπερα, τα Νεοκλασικά σπίτια…Όλα, όσα ονομάζουμε, ΠΟΛΙΤΙΣΜΟ.

“… Έχοντας αποθέσει όλες μου τις ελπίδες στην ζωγραφική, είχα τύψεις όταν ασχολιόμουν με κάτι άλλο.

Δεν έχω ταλέντο συγγραφέα, αλλά έχω ιδέες. Να μου συχωρέσουν αυτή την αδυναμία να το νομίζω. Με τη ζωγραφική μόνο δεν θα μπορούσα να βγάλω το άχτι μου για ένα σωρό πράγματα με τα οποία διαφωνούσα στην καθημερινή μου ζωή.

Ότι έγραψα, κατά το αρχαίο ελληνικό σύστημα, είναι ελαφρώς ρετουσαρισμένο. Αν οι Αιγύπτιοι εφεύραν την μεγέθυνση με τα τετράγωνα, οι αρχαίοι Έλληνες, μ’ όλη την αυθορμησία τους, βρήκαν το ρετουσάρισμα. Πολύ αργότερα το απεδέχθησαν οι φωτογράφοι. Το ρετουσάρισμα έχει δύο όψεις: είναι το χονδροειδές μακιγιάζ που δείχνει αυτό που θέλεις να κρύψεις, η μια του όψη, και η άλλη είναι το ρετουσάρισμα που κάνουμε για να έχουμε το πράγμα που αξίζει τον κόπο χωρίς τα περιττά του. «Μια φορά μας μίλησε η σελήνη, μια φορά μας μίλησε ο έρωτας, η άνοιξη, όλα τα άλλα είναι βαρετά διαλείμματα», λέει ο φιλόσοφος.

Το κακό με μένα είναι ότι θέλω να πω κάτι μ’ αυτά που γράφω και δεν έχω το χάρισμα που έχουν οι αληθινοί λογοτέχνες να γράφουν σελίδες πολλές χωρίς να λένε τίποτε.

Ό, τι να πεις, είναι επικίνδυνο. Καλύτερα θα ήταν να μην γράφει κανείς καθόλου, ιδίως όταν είναι ελεύθερος.

Και όταν έχει καταλάβει πως η διόρθωση των ατόμων είναι βιασμός της ιδιοτροπίας της φύσεως. Το αρχαίο ιδεώδες να είσαι ένας καλός υπηρέτης του πλησίον σου και ν’ αγαπάς συγχρόνως τον εαυτό σου καθίσταται μέρα με τη μέρα αδύνατον. Και καταντάει τέλος να κάνεις όλο τον κόσμο για την ασφάλειά του να είναι «όνος δορά λέοντος επενδυθείς». Ο Χριστός θέλοντας να βρει τη δυνατότερη μορφή αγάπης την οποία πρέπει να δίνεις στον πλησίον σου, θεώρησε την αγάπη προς τον εαυτό μας ως την πιο ισχυρή, φυσική και τέλεια.

Αυτοί όλοι που δεν αγαπούν τον εαυτό τους πώς μπορεί να είναι χριστιανοί;

Η αστική υπεροψία σπρώχνει πάντοτε τους ανθρώπους να κάνουν κάτι το κακό ή το αξιοθαύμαστο. Αυτή ευθύνεται για τα ναρκωτικά, αυτή για τα εγκλήματα, αυτή για ό,τι μας αηδιάζει στον άνθρωπο. Απ’ αυτή βγαίνουν όλες οι επαναστάσεις για ν’ αποφύγουμε τη χειρότερη δικτατορία που είναι της οικογένειας.

Οι ελληνικές κυβερνήσεις δεν εκτιμούν τους καλλιτέχνες. Μόνο αυτοί που ξέρουν να παρακαλούνε γονατιστοί θεωρούνται άξιοι να ενισχυθούν από το Κράτος.

Είναι τραγικό για τη σημερινή νεολαία που ζητά μόνο διορισμό. Κανείς δεν θέλει να κερδίσει από μια τίμια εξυπηρέτηση του πλησίον που μόνο με μια εξυπηρέτηση και ολοκλήρωση του πάθους του μπορεί να συνδυαστεί. Κάποτε νόμιζα ότι όλη αυτή την κατάσταση του μικρού και του μεγάλου αστού εύκολα μπορώ να την αλλάξω. Αδύνατον όμως.

Όση αηδία κι αν προκαλεί ο σημερινός άνθρωπος, αστικός άνθρωπος της πόλεως, δεν είναι εύκολο να τον μετατρέψεις όσα κι αν του δίνεις.
Πολλά πράγματα έρχονται από την Ευρώπη με τα βιβλία και τα περιοδικά.

Δεν είναι δυνατόν όμως να βρεθεί ο χαρακτήρας της Ελλάδος αν δεν έχουμε τη δυνατότητα αυτή την αυστηρή πραγματικότητα του υποκειμένου να την απαλλάξουμε από την πλήρη ταυτότητα με τον εαυτό μας.

Πάω σχεδόν να μαρτυρήσω γιατί έγραψα αυτά τα κείμενα. «Ο νοών νοήτω» τι θέλω να πω. Αλλά εγώ πρέπει να έχω μια μάσκα να προφυλάγομαι από τις επικίνδυνες και ποικιλόμορφες τιμωρίες της κοινωνίας.

Ανακατεύομαι με τον κόσμο που αντιπροσωπεύει η εφημερίδα μη μπορώντας ν’ αντέξω τη μοναξιά αυτή που δεν κάνει ό,τι κάνει όλος ο κόσμος.
Μ’ αρέσει η μοναξιά αλλά φοβάμαι μήπως με κλείσουν σε τείχη ανεπαισθήτως.

Οι φρόνιμοι καλλιτέχνες που κρατούν τη θέση τους, που ξέρουν να κάνουν ένα αφηρημένο ταμπλώ άρτιο, που σκοπό τους έχουν να κάνουν μια καριέρα, δεν μπορούν να καταλάβουν πως η ζωγραφική μου δεν είναι τόσο ανειδοποίητη από ζωγραφικά προβλήματα.

Αλλά μ’ ενδιαφέρει να πολιορκήσω επιτυχώς τα θέματα που μ’ απασχολούν, που είναι και σύμβολα ελευθερίας.

Γιάννης Τσαρούχης, Μαρούσι, Σεπτέμβρης ‘86

(Εισαγωγή του βιβλίου «Αγαθόν το εξομολογείσθαι», εκδ. Καστανιώτη, 1989)

“… Αγαπώ την Κάλας και τη Σωτηρία Μπέλου. Και δεν αισθάνομαι διχασμένος. Ας κοπιάσουν όσοι σκανδαλίζονται γι’ αυτό να καταλάβουν τι μου συμβαίνει. Εγώ πάντως κόπιασα και κοπιάζω για να βρω μια τάξη και μια ισορροπία. Θέλω συνεχώς να γνωρίζω και να ξεκαθαρίζω. Για να είμαι ελεύθερος ν’ αγαπήσω απόλυτα. Δεν μ’ ενδιαφέρουν οι προηγούμενες επιτυχίες. Είναι φυσικό να θέλω να κάνω ελληνικό ό,τι μ’ αρέσει στην Αναγέννηση. Αλλά ποτέ δεν θέλησα να γίνω Ιταλός

Τελικά, θέλω να αισθανθώ τη μεγάλη χαρά του να μπορώ να κάνω εγώ ο ίδιος έργα τέλεια, σχεδόν αχειροποίητα, όπως οι χρωμολιθογραφίες που θαύμαζα στις ταβέρνες και στις λατέρνες, ξεκινώντας από πρόσωπα υπαρκτά και σύγχρονα που με συγκινούν.

Ο γραφισμός του Καραγκιόζη και της Κεραμεικής είναι κάτι το έμφυτο στη μεσογειακή ράτσα και το αγαλματώδες και φωτοσκιασμένο είναι η μεγάλη και επίσημη παράδοσή μας, από την αρχαιότητα ως τις εικόνες.

Μού ‘ρχεται να πω: Καλότυχοι όσοι είναι διχασμένοι…

Θα ήθελα να υπάρχουν και άλλοι τρόποι για ν’ αποδώσουν ακόμη πιο πιστά την πραγματικότητα. Η μοντέρνα τέχνη και οι ελευθερίες της μ’ ενδιαφέρουν ως πιθανότητες τελειοποιήσεως της πειστικής αναπαραστάσεως και όχι ως φυγές απ’ αυτήν.

Τι είναι πραγματικότης; Δεν ξέρω, αλλά είναι κάτι σχετικό με την ικανότητα του ανθρώπου να δημιουργεί θεωρήματα.”

Γιάννης Τσαρούχης, Μαρούσι, Σεπτέμβρης ‘86

(Από το οπισθόφυλλο του βιβλίου «Αγαθόν το εξομολογείσθαι», εκδ. Καστανιώτη, 1989)

Ο Γιάννης Τσαρούχης (Πειραιάς 1910 – Αθήνα 1989) ήταν ζωγράφος. Φοίτησε στην Ανωτάτη Σχολή Καλών Τεχνών (1929 – 1935). Παράλληλα μαθήτευσε κοντά στον Φ. Κόντογλου (1931 – 1934), ο οποίος τον μύησε στη βυζαντινή ζωγραφική, ενώ μελέτησε την λαϊκή αρχιτεκτονική και ενδυμασία. Μαζί με τους Πικιώνη, Κόντογλου και Αγγ. Χατζημιχάλη πρωτοστάτησε στο αίτημα της εποχής για την ελληνικότητα της τέχνης.

Advertisements
Αρέσει σε %d bloggers: