Φρέσκα

ΕΠΙΚΟΥΡΕΙΟΣ ΑΠΟΛΛΩΝΑΣ (ένας θεός…“άτυχος” στον έρωτα)

της Αλεξάνδρας Λαμπροπούλου (οδοιπορώντας…)

 

«Την ιατρική ανακάλυψα και ο κόσμος με ικετεύει,

στα χέρια μου τα βότανα βρίσκουν τη δύναμή τους,

μα βότανο δεν βρίσκεται τον έρωτα να γιάνει

και όλες οι τέχνες άχρηστες είναι για μένα τώρα». *

 

*Οβίδιος, Μεταμορφώσεις, Απόλλων και Δάφνη

Τζιανλορέντσο Μπερνίνι, Απόλλων και Δάφνη, 1622-1625

Ο Απόλλωνας ήταν ο θεός του φωτός και του ήλιου. Αντιπροσώπευε τις καλές τέχνες, τη μουσική και την ποίηση, που τόσο πολύ λάτρεψαν και καλλιέργησαν οι αρχαίοι Έλληνες. Ο Παυσανίας αποδίδει, στον ξεχασμένο πια θεό, το προσωνύμιο Επικούρειος επειδή προστάτευσε τους Φιγαλείς από την επιδημική νόσο πανώλης που είχε πλήξει τον ελλαδικό χώρο κατά τη διάρκεια του Πελοποννησιακού πολέμου (431-404 π.Χ.).

Ήταν ένας πανέμορφος θεός, ψηλός, με ωραία κορμοστασιά, γαλάζια μάτια και κατάξανθες μακριές μπούκλες. Είχε πολυάριθμες ερωτικές περιπέτειες με Νύμφες και θνητές, όμως ήταν άτυχος στον έρωτα.

Ο πρώτος του έρωτας ήταν η Δάφνη, κόρη της Γαίας και του Πηνειού. Ο Απόλλωνας είχε χλευάσει τον Θεό Έρωτα, που εξοργίστηκε μαζί του. Για να τον τιμωρήσει λοιπόν, φρόντισε να βρεθεί κοντά στην πανέμορφη νύμφη Δάφνη, και με ένα χρυσό του βέλος τον έκανε να την ερωτευτεί. Τη Δάφνη τη σημάδεψε με ένα μολυβένιο βέλος του, που διώχνει μακριά τον έρωτα. Μάταια ο Απόλλωνας προσπαθούσε να την αγγίξει. Η Δάφνη δεν στεκόταν ούτε να τον ακούσει και κάποια στιγμή που είχε κουραστεί από το πολύ τρέξιμο για να του ξεφύγει, ζήτησε την βοήθεια του πατέρα της που τη μεταμόρφωσε σε δέντρο. Αποκαμωμένος ο Απόλλωνας κατάλαβε ότι ο μεγάλος ερωτάς του, δεν έχει καμία τύχη. Έκοψε ένα κλαδί, το έκανε δάφνινο στεφάνι και το φόρεσε στο κεφάλι του.

«Αφού, της λέει, δεν μπορείς γυναίκα μου να γένης,

όμως και δέντρο που ‘γινες πάλι δικιά μου θα ‘σαι.

Θα μου στολίζεις τα μαλλιά, τη λύρα, τη φαρέτρα».

Ωστόσο, παρόλα τα ανθρώπινα χαρακτηριστικά του, ο ναός που λατρεύτηκε ο Επικούρειος Απόλλωνας στις Βάσσες, στέκει αγέρωχος και άχρονος από το 420-410 π.Χ. Βρίσκεται στη νοτιοδυτική Αρκαδία κοντά στην Ανδρίτσαινα σε υψόμετρο 1130 μέτρα. Αρχιτέκτονας του θεωρείται ο Ικτίνος.

Είναι μοναδικός για τις πρωτοτυπίες του, όπως ο προσανατολισμός του από βορρά προς νότο, η αναλογία των κιόνων του των δύο πλευρών του και ο συνδυασμός και των τριών ρυθμών (δωρικός, ιωνικός και κορινθιακός). Ακόμα, περίεργος είναι και ο ισχυρισμός ότι περιστρέφεται κάθε χρόνο και ακολουθεί την μετάπτωση των ισημεριών, έτσι ώστε να βλέπει πάντα τον Σείριο που είναι και ο πλανήτης του.

Η αρχιτεκτονική του είναι τέτοια ώστε από μακριά φαίνεται μικρότερος και πλήρως εναρμονισμένος με το τοπίο. Μόνο σαν φτάσεις κοντά του αντιλαμβάνεσαι το μέγεθος. Απομακρυσμένος τόσο στα βουνά, στέκει μονάχος μέσα στα στοιχεία της φύσης.

Από το 1987 ο ναός είναι σκεπασμένος με μια άθλια τέντα και φαίνεται ότι θα παραμείνει έτσι, για τουλάχιστον 20 χρόνια ακόμα. Ως τότε ο αρχαίος ναός του Επικούρειου Απόλλωνα θα κείται τραυματισμένος και σκεπασμένος, σαν πτώμα σε νεκροτομείο.

Όμως εμείς, παρόλα αυτά, θα συνεχίσουμε να πηγαίνουμε εκεί, στις Βάσσες, στην κοιλάδα με τους κέδρους και τα πουρνάρια, στο ναό του αρχαίου μας Θεού του Επικούρειου Απόλλωνα, μήπως και τον συναντήσουμε… Το θεό που οι πρόγονοί μας λάτρεψαν όσο κανέναν άλλο, για το κάλλος του και την αιώνια νεότητα.

Και φθάνοντας εκεί, αν κλείσεις τα μάτια σου και αγγίξεις το χώμα και τις πέτρες, που πάτησαν τόσοι πριν από εσένα, ακούσεις τον αέρα και μυρίσεις το ξερό χορτάρι και τη θάλασσα που φέρνει από μακριά, ίσως να ανακαλέσεις μια αρχαία μνήμη. Και ίσως και να τον φανταστείς δαφνοστεφανωμένο και υπέρλαμπρο, πλάι σου κάπου να αναφτεριάζει, άτυχος και λαβωμένος από τον Έρωτα, σαν και σένα…

Αν είσαι λοιπόν τυχερός, ίσως και να τον δεις, ή ίσως και να τον ακούσεις να παίζει την άρπα του ή ίσως και να τον «αγγίξεις» μέσα σε αυτά αρχαία και περήφανα ερείπια, που με τόσο κόπο προσπαθούμε να διατηρήσουμε.

Γιατί είναι που εμείς τον έχουμε ανάγκη τον Επικούρειο και τις δυνάμεις του, εμείς που τον επινοήσαμε, και όχι αυτός…

Ο ανελέητος και αλαζόνας Θεός, που θα ζητήσουμε την εύνοιά του, μέσα σ΄αυτή την κοιλάδα με τα μαραγκιασμένα δέντρα, στοιχίζοντας μεθοδικά τους απολιθωμένους κορμούς, δεν έχει ανάγκη κατοικίας. Τίποτα δεν έχει ανάγκη. Ούτε προσευχές και λατρείες…*

*Alexandre Astruc

 

Advertisements
Αρέσει σε %d bloggers: