Φρέσκα

Σελίδες ημερολογίου… ξέμπαρκος στη Φθινοπωρινή Ισημερία

του Μιχάλη Δήμα

 

Παρασκευή 24 Σεπτεμβρίου 201.. Στο πρόσωπό μου αλμύρα. Να κάνει κρύο και να φυσάει. Ο γιακάς σηκωμένος στον παλιό ναυτικό μου επενδύτη. Ο μπλε σκούφος μου χαμηλωμένος μέχρι τα αυτιά και τα χέρια βαθιά χωμένα μες στις τσέπες. Να σκάνε κύματα στα βράχια. Ένας ήλιος νωθρός δίχως όρεξη, πίσω από σύννεφα που προμηνύουν καταιγίδα. Στο βάθος βαπόρια, άλλα αγκυροβολημένα αρόδο και άλλα εν πλω. Κι εγώ στην προκυμαία ξέμπαρκος με ναυτικό φυλλάδιο σκισμένο. Από τότε που βυθίστηκε ένα καράβι με όνειρα που καταποντιστήκανε αύτανδρα κάπου ανοιχτά… α, δεν θυμάμαι που, πάνε χρόνια. Τώρα στον κόλπο του Μεξικού πετρέλαιο και στις ακτές μαύρα πουλιά έτοιμα να πεθάνουν. Θα πάω να γίνω ακτιβιστής, να κάνω ρεσάλτο με γάντζους στα φαλαινοθηρικά. Να κουβαλάω δωρεάν -λαθραία- μετανάστες σε ξωτικά νησιά με ένα πλοίο φάντασμα ούτε σημαία ούτε και διακριτικά. Μόνο στους τροπικούς. Τροπικός του Καρκίνου και τροπικός του Αιγόκερου. Μακριά απ’ τα εύκρατα κλίματα. Να μη με πιάνουν τα ραντάρ του πολιτισμένου κόσμου. Το στίγμα μου κανένας να μη βρίσκει.

Πάνω κάτω στην προκυμαία κουράστηκα. Κάθομαι σε μια δέστρα και κοιτάζω τα κατάρτια των ιστιοφόρων, την κλίση που παίρνουν από το μποτζάρισμα. Ακούω τον αέρα να σφυρίζει ανάμεσα στα ξάρτια τους. Μελετώ την κατασκευή τους, τα δυνατά και τα αδύνατά τους σημεία, τον εξοπλισμό τους, τις προδιαγραφές του σχεδιασμού τους, την ναυσιπλοϊκή τους ικανότητα. Το μάτι μου πέφτει σ’ ένα τρικάταρτο που κάτι μου θυμίζει. Ένα πιστό αντίγραφο αυτού που είχε βουλιάξει. Κρουαζιερόπλοιο για ματσό και χάι καταστάσεις, για όσους διψούν για περιπέτεια χωρίς να έχουνε ιδέα από θάλασσα και αλμυρό νερό. Το βράδυ με το τσούρμο μου θα έρθω να το λύσω και θα ανοιχτούμε αθόρυβα πριν ανατείλει ο ήλιος…

Τρίτη 23 Σεπτεμβρίου 201..Αυτά λοιπόν έγραφα πριν τέσσερα χρόνια. Φανταστικά όλα βέβαια. Από τότε πέρασε ο καιρός, συνοφρυωμένος και βαρύθυμος. Πολύ αινιγματικός, σκέτη σφίγγα. Ανεπαισθήτως φτάσαμε και στο 201. και στην φθινοπωρινή ισημερία του. Οι νύχτα μεγαλύτερη απ’ τη μέρα στο εξής. Μα τούτο το φθινόπωρο μοιάζει με κινούμενη άμμο ή καλύτερα με μια κατσαρόλα σούπα, που δεν ξέρουμε ποιος βαστά την κουτάλα. Βράζει η σούπα, κοχλάζει. Ο τύπος που βαστά την κουτάλα πού και πού δοκιμάζει. Θέλει βράσιμο ακόμα συμπεραίνει, ξαναβάζει το καπάκι και δυναμώνει τη φωτιά. Στο τσουκάλι που βράζουμε, δεν υπάρχουν διαχωριστικές γραμμές, ούτε κανόνες. Μόνο γκρίζες ζώνες. Ένας αχταρμάς από ετερόκλητα υλικά, ένα συνονθύλευμα, από αντικρουόμενα συμφέροντα μικρά και μεγάλα, από αντικρουόμενες απόψεις, για εσωτερική κατανάλωση. Ο καθένας και η αλήθεια του. Γι αυτό μας ρίξανε στο τσουκάλι, μπας και ομογενοποιηθούμε. Ο καθένας και το δίκιο του. Η υποκειμενικότητα σ’ όλο της το μεγαλείο. Κανένα σημείο αναφοράς έξω από μας. Ο καθένας μας θεωρεί τον εαυτό του κέντρο του κόσμου και ξεχνάμε ότι ο κόσμος υπήρχε και πριν από εμάς και θα εξακολουθεί να υπάρχει και μετά την εκδημία μας. Μη μας ξεχάσει μόνο ο τύπος που βαστάει την κουτάλα, όλο το φθινόπωρο με τη χύτρα σκεπασμένη και γίνει κανένα ατύχημα, αν δεν εκτονωθεί με κάποιο τρόπο ο βρασμός…

 

Advertisements

Σχολιάστε

Εισάγετε τα παρακάτω στοιχεία ή επιλέξτε ένα εικονίδιο για να συνδεθείτε:

Λογότυπο WordPress.com

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό WordPress.com. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Φωτογραφία Google+

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Google+. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Φωτογραφία Twitter

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Twitter. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Φωτογραφία Facebook

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Facebook. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Σύνδεση με %s

This site uses Akismet to reduce spam. Learn how your comment data is processed.

Αρέσει σε %d bloggers: